Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Τρεις τελευταίες παραστάσεις της "Γειτονιάς των αγγέλων"


  Τρεις τελευταίες παραστάσεις  για  το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η γειτονιά  των αγγέλων»  που παρουσιάζει από  τις αρχές Μαρτίου το Θεατρικό τμήμα  του Μορφωτικού Συλλόγου Αίγινας «Ι.Καποδίστριας» σε σκηνοθεσία  Γιώργου Μπήτρου στο Δημοτικό  Θέατρο Αίγινας.
   Η παράσταση που έτυχε μεγάλης αποδοχής από το Αιγινήτικο θεατρόφιλο κοινό και υποστηρίζεται από μια ομάδα  18 ερασιτεχνών ηθοποιών παίζεται για τρεις τελευταίες παραστάσεις το επόμενο  τριήμερο: Παρασκευή 31 Μαρτίου – Σάββατο 1 και Κυριακή 2 Απριλίου 2017. Ώρα έναρξης 20.30 μ.μ. Τιμή εισιτηρίου: 5 ευρώ (κανονικό) και 2 ευρώ μαθητικό.


Τους ρόλους ερμηνεύουν κατά  σειρά εμφανίσεως:
Αλίκη Πέππα, Νίκος Νικολάου,  Γιώργος Κοττάκης, Στέλιος Κοττάκης, Άγγελος Φουντάς, Στέλλα Λεούση, Ασπασία  Φωτάκη, Ελλάς Σώρρου, Νεφέλη Τζαβάρα, Νένα Τρικοπούλου, Νίκος Πέππας, Παντελής Γκαρής, Νίκος Πέππας, Στέλιος Ξυδέας, Κώστας Φύσσας
Συμμετέχουν τα παιδιά: Αντώνης Γκλαβάς – Αναστασία Καλτσίδη
Χορεύουν: Άκης Κουκουμής – Μανώλης Χαλδαιάκης.












Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Ο Ακάθιστος ύμνος.

    Μετά  τον Μεγάλο Κανόνα, η Εκκλησία  μας προτρέπει σήμερα Παρασκευή  το βράδυ   να  συμμετάσχουμε στην ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου – ψάλλοντας θριαμβευτικά  «Τη  Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια». Ο Ακάθιστος ύμνος – ο ωραιότερος ίσως ύμνος της Εκκλησίας  και περισσότερο αγαπητός  στο λαό – πρωτοακούστηκε στο Βυζάντιο  στην Εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών μετά  την ηρωική  απόκρουση  των Αβάρων που είχαν πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη. Η ιστορία  αναφέρει τα εξής:
   Το  626 μ.Χ. οι  Άβαροι συνεργαζόμενοι με  τους Πέρσες  ήρθαν με πολυάριθμο στρατό και στόλο και πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη από στεριά και θάλασσα. Γέμισε και η στεριά από το στρατό τους, πεζούς και έφιππους και από πολιορκητικές μηχανές. Μπροστά σε τόσους και τόσο βαριά οπλισμένους εχθρούς, πόσο θα βαστούσαν  οι γενναιότατοι, αλλά  ελάχιστοι χριστιανοί που αντιστέκονταν από μέσα;  Όταν μάλιστα ο αυτοκράτορας Ηράκλειος βρισκόταν με  ολόκληρο το στρατό του στα βάθη της Μικράς Ασίας για να αντιμετωπίσει  τους Πέρσες. Όλος  ο λαός της Βασιλεύουσας ανέβηκε στα τείχη για να υπερασπιστεί την πόλη του. Δεν είχαν πουθενά  αλλού πιά να στηρίξουν τις ελπίδες τους οι χριστιανοί, παρά μόνο στην Παναγία Θεοτόκο, που είναι «της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος και της  βασιλείας το απόρθητον τείχος». Η προσευχή των χριστιανών εισακούεται. Ένας φοβερός ανεμοστρόβιλος, που ξαφνικά σηκώθηκε, άρχισε να αναποδογυρίζει, να συντρίβει και να βυθίζει τα πλοία των βαρβάρων. Και η θάλασσα – σαν για να δώσει θάρρος στους χριστιανούς – έβγαζε τα πνιγμένα σώματα των πολιορκητών μπροστά στην Εκκλησία της Θεοτόκου, στις Βλαχέρνες.  Σάλος μεγάλος με φόβο  και τρόμο, μέσα στις παρατάξεις του  εχθρού. Θάρρος πολύ στον ευσεβή λαό της Πόλης, που βγήκε έξω από τα τείχη και άρχισε να καταδιώκει τους τρομοκρατημένους εχθρούς.
   Η πόλη είχε σωθεί. Το βράδυ, όλος ο λαός μαζεύτηκε στο ναό τςη Θεοτόκου, για να αποδώσει στην υπερμάχο στρατηγό με ψαλμούς και ύμνους τα νικητήρια και τα ευχαριστήρια. Τότε πρωτοψάλανε και τον ύμνο, που ψάλλουμε  μέχρι σήμερα στους Χαιρετισμούς. Εκείνη τη βραδιά  όλος ο λαός έψαλλες όρθιος αυτόν τον ύμνο σε ένδειξη μεγάλης  ευγνωμοσύνης προς την Παναγία. Γι’ αυτό ο ύμνος αυτός ονομάστηκε Ακάθιστος.
   Ο  Ακάθιστος ύμνος είναι ένα κοντάκιο [είδος μεγάλου εκκλησιαστικού ύμνου]  που αποτελείται από το προοίμιο [εισαγωγή] και 24 οίκους [σειρά  τροπαρίων στα οποία περιγράφεται ένα γεγονός]. Ψάλλεται τμηματικά  κάθε Παρασκευή βράδυ τις 4 πρώτες εβδομάδες της Μ. Τεσσαρακοστής  και ολόκληρος το βράδυ της Παρασκευής της 5ης  εβδομάδας. Μπορεί  να χωριστεί σε δύο  μέρη. Στο πρώτο το ιστορικό, εξιστορούνται τα γεγονότα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η συνάντηση της Παναγίας με την Ελισσάβετ, η γέννηση του Χριστού, η προσκύνηση των Μάγων και των Ποιμένων, η φυγή στην Αίγυπτο και η Υπαπαντή. Στο δεύτερο μέρος, το Θεολογικό και δογματικό, αναφέρεται η σημασία της ενανθρώπησης του Χριστού, για να σώσει τους ανθρώπους, να τους λυτρώσει και να τους οδηγήσει στη Θέωση.
   Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τον συγγραφέα  του Ακάθιστου ύμνου. Από πολλούς επιστήμονες αποδίδεται στον Ρωμανό τον Μελωδό.

Εβδομάδα του Μεγάλου Κανόνα.



                                                                  Πηγή:  dogma.gr
     


Η Πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών που διανύουμε είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στη συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων προστίθενται δυο νέες μεγάλες ακολουθίες: Την Πέμπτη ο Μεγάλος Κανόνας και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος.
Πότε ψάλλεται ο Μεγάλος Κανόνας;
Ο Μεγάλος Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α’ Εβδομάδας των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του Όρθρου της Πέμπτης της Ε’ εβδομάδας. Στις ενορίες , ωστόσο, ψάλλεται και ανεξάρτητα από τον όρθρο, ως μικρή αγρυπνία, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου.
Γιατί ονομάζεται «Μεγάλος»;
Ο Μεγάλος Κανόνας στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτη του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξει· και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, έτσι ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μ. Κανόνα, ενώ οι συνήθης κανόνες έχουν γύρω στα 30. Σήμερα τα τροπάρια του Μ. Κανόνα είναι κατά 30 περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον Ανδρέα.
Ποιός είναι  ο ποιητής – δημιουργός του Μεγάλου Κανόνα;
Τον Μεγάλο Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ. Χ. από ευσεβείς γονείς. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αγάπη του τον φέρνει στα Ιεροσόλυμα όπου οι γονείς του τον αφιερώνουν στον Ναό της Αναστάσεως. Στα Ιεροσόλυμα απόκτησε μεγάλη παιδεία, την «θύραθεν» και τη θεολογική. Αν και το έργο του έγινε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη φέρει τον τίτλο του «Ιεροσολυμίτη» επειδή πέρασε από την αγία πόλη. Μοναχός της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα έγινε γραμματέας του Πατριάρχη Θεόδωρου. Το 685 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια και ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις και τέλος γύρω στο 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης.
Στη Κρήτη συμμετέχει στις ταλαιπωρίες του ποιμνίου του που οφείλονταν στις Αραβικές επιδρομές. Εμψυχώνει το λαό στις θλίψεις και προσεύχεται για τη σωτηρία του. Με τις προσευχές του σταματά τη μεγάλη ανομβρία και σταματά τη μάστιγα της πείνας. Ιδρύει μεγάλο «Ξενώνα» στον οποίο περιθάλπονται οι γέροντες και οι άρρωστοι, φιλοξενούνται οι ξένοι και οι φτωχοί διακονώντας ο ίδιος. «Με τα χέρια του υπηρετούσε τους ασθενείς και τους έπλενε τα πόδια και το κεφάλι, καθάριζε τις πληγές τους και τα τραύματα τους. Σ’ αυτό το σημείο τον οδηγούσε η αγάπη του πρoς τον Θεό και τον πλησίον» σημειώνει ο βιογράφος του.
Ο άγιος Ανδρέα ο Κρήτης είχε μεγάλη ευλάβεια και ιδιαίτερη αγάπη του πρoς την Παναγία. Αφιέρωσε πλήθος ύμνων και εγκωμιαστικών λόγων στις εορτές της. Έκτισε δε μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν της Θεοτόκου που τον ονόμασε «Βλαχέρνες». Φρόντισε δε για την επισκευή των παλαιών και παραμελημένων ναών τους οποίους «ευπρεπώς κατεκόσμησε».
Πέθανε στις 4 Ιουλίου 740 στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη μετά από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, είτε και εξόριστος εκεί – ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μια μεγάλη σαρκοφάγο, που βρίσκεται πίσω από το άγιο βήμα της ερειπωμένης βασιλικής της Αγίας μάρτυρος Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφεί. Η καθιέρωση του ως Αγίου έγινε πολύ νωρίς.
Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός, εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. Η φιλολογική και υμνογραφική του παραγωγή είναι αξιόλογη Οι λόγοι του είναι κυρίως εγκωμιαστικοί. Σώζονται ομιλίες στις Θεομητορικές και Δεσποτικές εορτές και σε διαφόρους αγίους. Στις ομιλίες του φαίνεται η ρητορική του τέχνη, η άριστη γνώση της αττικής γλώσσας, η βαθιά γνώση της βίβλου, ιδιαίτερα της Π.Δ που ερμηνεύει αλληγορικά. Χαρακτηρίζεται ως ο καλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της Βυζαντινής εποχής.
Τα χαρακτηριστικά των λόγων του είναι η «έντεχνος ρητορική επεξεργασία και τα υψηλά θεολογικά νοήματα». Το υμνογραφικό του έργο είναι πλουσιότερο των ρητορικών του λόγων. Εφεύρε το είδος των Κανόνων που ψάλλονται μέχρι σήμερα και διακρίνονται για την σαφήνεια και το διδακτικό τους χαρακτήρα. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μ. Κανόνας. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνει. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μ. Κανόνας είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.
Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ’ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα. Είναι δε οι κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που γράφονταν για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: να διακοσμήσουν τη ψαλμωδία των 9 ωδών του Ψαλτηρίου, που στιχολογούνταν στον όρθρο. Όλος ο κανόνας ψάλλεται σε ένα ήχο. Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μια μικρή παραλλαγή στη ψαλμωδία κατά τρόπο, που να διατηρείται μεν η μουσική ενότητα στον όλο κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στον ίδιο ήχο, αλλά και να σπάει και η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμωδία που παρουσιάζει κάθε μια ωδή.
Ποιο είναι το περιεχόμενο του Μεγάλου Κανόνα;
Ο Μεγάλος Κανόνας παρουσιάζει το τραγικό γεγονός της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους που κατάστρεψε τη δυνατότητα της κοινωνίας του με τον Θεό. Στον Μεγάλο Κανόνα ο ποιητής θεωρεί και βιώνει το γεγονός της πτώσεως προσωπικά. Με την καθημερινή αμαρτία του ταυτίζεται με τον πρωτόπλαστο Αδάμ του οποίου γίνεται μιμητής. Η ψυχή του ακολουθεί τη πορεία της Εύας. «Αλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες την πρώτη Εύα; Κοίταξες πονηρά και πληγώθηκες πικρά». Ο άγιος αναφέρεται στην ύπαρξη που κληρονομήσαμε μετά τη πτώση που συνδέεται με τη φθορά και το θάνατο. Με τους πρωτόπλαστους έχουμε οντολογική αλληλεγύη. Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας και η ομολογία της σφραγίζει ολόκληρο τον Μ. Κανόνα.
Είναι ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας μακρύς θρηνητικός μονόλογος, είναι ο Αδαμιαίος θρήνος. Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια λίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίση του δίκαιου κριτή, που τον αναμένει. Και έρχεται να κάνει μια αναδρομή, μια ανασκόπηση του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσει με τη ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας στον συμπνίγει. Η συνείδηση τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών τους πράξεων. Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή.
Αυτό κυρίως δίνει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Γραφή είναι πολύ φυσικός. Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής, ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσει τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Στις οκτώ πρώτες ωδές παίρνει τα παραδείγματα του από τη Παλαιά Διαθήκη.
Στη ενάτη ωδή από την Καινή Διαθήκη. Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις όλων των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των αγίων. Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και εδώ ανοίγει η αισιόδοξη προοπτική του ποιητή. Βρήκε την πόρτα του παραδείσου, την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσει· προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμμένη του καρδιά και την πνευματική του φτώχια.
Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ, του προφήτη Ιερεμία, των βασιλέων Μανασσή και Εζεκία από την Π. Δ και του Πέτρου, της Μάρθας και της Μαρίας, της Χαναναίας, του τελώνη, της πόρνης και του ληστή τον ενθαρρύνουν. Πολλές φορές επανέρχεται χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της μετάνοιας της πόρνης και παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τα δικά του δάκρυα όπως δέχθηκε και τα δικά της και να του συγχωρήσει τις αμαρτίες του. Ο κριτής θα ευσπλαχνισθεί και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους. Ψάλλεται σε ήχο πλ. του β’. Είναι ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστής του πένθους και της συντριβής.






Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

H "μικρούλα" Αγία Τριάδα στο Βαθύ.

  Η γεμάτη νοσταλγία πανέμορφη φωτογραφία του βρέφους - τότε-  Νίκου Οικονόμου μπροστά  στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας στο Βαθύ, μας οδήγησε  στο σημερινό σημείωμα.
  Το  ναΰδριο  της μικρής Αγίας Τριάδας  που στέκεται πάνω στο κεντρικό δρόμο που διατρέχει  τον οικισμό, είναι σήμα κατατεθέν και σημείο  αναφοράς  της περιοχής. Απολαμβάνει την αγάπη και τη φροντίδα όλων, χάρη στην ομορφιά της, την απλότητα των γραμμών  της και  του μικρού μεγέθους της. Χαρακτηριστικότατο δείγμα  νησιώτικου ναού, λες και ξέφυγε από κάποιο νησί των Κυκλάδων, με τους ασβεστωμένους εξωτερικούς  τοίχους και τη θολωτή στέγη, κλέβει αμέσως και δικαιολογημένα  το βλέμμα, την προσοχή και τη συμπάθεια του περαστικού.
   Σήμερα  έχει ενταχθεί μέσα  στο προαύλιο του μεγάλου ενοριακού ναού και προστατεύεται από τις πέτρινες κατασκευές του κήπου, από κάποιους ίσως απρόσεκτους οδηγούς.
 Από  την σελίδα  της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας αντιγράφουμε κάποια  χρήσιμα στοιχεία  για  την ιστορία  της ενορίας.

Ιστορικό
Το χωριό του Βαθέος τα παλαιότερα χρόνια είχε ως ενορία τον ναό του Τιμίου Προδρόμου που με τους σεισμούς του 1962 έπαθε μεγάλη καταστροφή και για μερικά χρόνια, μέχρι να επισκευαστεί, κρίθηκε ακατάλληλος να λειτουργεί. Έτσι οι κάτοικοι αποφάσισαν να κτίσουν νέο ναό επ’ ονόματι της Αγίας Τριάδος, σε κεντρικότερο σημείο του χωριού σε οικόπεδο που δώρισαν οι:  Μαρία Γενίτσαρη, Γεωργία Σαρδή και Εργίνα Πολυδώρου. Ο ναός αφιερώθηκε στην Αγία Τριάδα εξαιτίας  της μικρής εκκλησίας  που  προϋπήρχε εκεί.
Ο Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος θεμελιώθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1964 και το 1973 έγινε η πρώτη Θεία Λειτουργία με ημιτελή ακόμα τον Ιερό Ναό. Οι εργασίες συνέχισαν  με προσωπική εργασία και προσφορές των κατοίκων του χωριού και στις 26 Αυγούστου του 1984 τελέστηκαν τα εγκαίνια  από τον Μητροπολίτη  Ύδρας κ.κ. Ιερόθεο. Τέλος στις 5 Απριλίου του 1995 με προεδρικό διάταγμα (Φ.Ε.Κ. 75 Τ’Α /18- 04- 1995) η ενορία του Τιμίου Προδρόμου Βαθέος μετονομάσθηκε σε ενορία Αγίας Τριάδος. Σήμερα μόνιμοι κάτοικοι του χωριού είναι  486 οικογένειες.
Εφημέριοι 
Οι εφημέριοι που διακόνησαν από παλαιά που λειτουργούσε ο πρώτος ενοριακός Ναός του Τιμίου Προδρόμου ήταν οι: Ιερομ.π.Ιερόθεος Πατάπης, π. Συμεών Καλαμαράς,
π. Νικόλαος Χρυσοχόος, π.Παναγιώτης Γιαννούλης και ο Ιερομ. π. Πέτρος Παπαδάκης μέχρι το 1973 περίπου. Από το 1973 έως το 1978 εξυπηρέτησαν τον Ιερό Ναό ως έκτακτοι οί Ιερείς: Ιερομ. π. Νικηφόρος Σύριος, π.Νικόλαος Σπυριδάκης, π. Ευάγγελος Θεοδώρου.
            Το 1987 ανέλαβε ως μόνιμος εφημέριος ο π. Νεκτάριος Κουκούλης μεχρί το 2000, από το 2000 έως το 2003 ο π. Εμμανουήλ Κουτσουράκης, και από το 2003  ο  π. Φώτιος Αποστολόπουλος και τα  τελευταία χρόνια εφημέριος είναι ο αρχιμ. Δαμασκηνός Μούρτζης.