Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Κώστας Π. Χάνος η ζωντανή ιστορία.

 Την Κυριακή 21 Οκτωβρίου ο Δήμος Αίγινας τιμά  τον διακεκριμμένο αγωνιστή κ. Κώστα Χάνο σε ειδική τελετή στο Λαογραφικό Μουσείο Αίγινας και ώρα 12.00 μ. μ.
 Με την ευκαιρία της βράβευσης κάνουμε μια μικρή αναφορά στη ζωή και τους αγώνες  του έτσι όπως έχουν καταγραφεί στο βιβλίο του που κυκλοφόρησς πριν δύο χρόνια με τίτλο: "Κώστας Χάνος η Οδύσσεια της ζωής μου στον 20ο αιώνα".
  Η φωτογραφία είναι του κ. Δημήτρη Βλάικου από το Aegina news.

   Ο  Κώστας Χάνος είναι ένα ιστορικό πρόσωπο με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Έχει ζήσει την ιστορία των νεότερων χρόνων της Ελλάδας  από μέσα. Έχει γράψει ιστορία με τους αγώνες, τις ανησυχίες, τις επιλογές, τις πρωτοβουλίες, τη δράση του. Έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στα πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά πράγματα του τόπου μας μέσα από την εμπνευσμένη διαδρομή και προσφορά του ως μέλους της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ  Αίγινας και ως πρόεδρος  του Μορφωτικού Συλλόγου «Ο Καποδίστριας». Από το καλοκαίρι του 2007 αποφάσισε να καταγράψει την πολυκύμαντη  και ενδιαφέρουσα πορεία του  με σκοπό να την εκδώσει σε  μικρό βιβλίο. Ένα βιβλίο, μαρτυρία  ζωής  και αγώνων που  οι σελίδες του καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα και αναφέρεται σε πλήθος ιστορικών προσώπων και γεγονότων που στιγμάτισαν τη νεότερη Ελλάδα.  . Από τους χωματόδρομους της προπολεμικής Αίγινας με τα πρώτα εμπορικά μαγαζιά και καφενεία, τις κόντρες Βενιζελικών και Βασιλικών,   τα συνθήματα στους τοίχους κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, μέχρι τις διαδηλώσεις στην οδό Σταδίου.  Η δημιουργία της θρυλικής παρέας που δραπέτευσε από την Αθήνα  για να πάει να πολεμήσει στην Ανατολή. Η διαδρομή της από  τη Ραφήνα, στην Εύβοια, με ένα καΐκι διασχίσε όλο το Αιγαίο μέχρι τη Χίο, απέναντι στα Αλάτσατα και από κει στην Κύπρο, στη Μέση Ανατολή, στην εξορία στην Ικαρία και τη Μακρόνησο.
      Ο Κώστας Χάνος είναι το τρίτο παιδί του Παύλου και της Δωροθέας – Ντόλλυ – το γένος Κωνσταντίνου Βογιατζή, γεννήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 1923 στον Πειραιά στην περιοχή Αμφιθέας. Ο  παππούς  του Κωνσταντίνος Βογιατζής έκανε  δύο γάμους. Ο πρώτος με ελληνίδα από την οποία απέκτησε πέντε  παιδιά. Ο παππούς   καταγόταν από τη Σύμη. Λεγόταν Κωσταντίνος Βογιατζής. Ήταν  μεγαλέμπορος σφουγγαριών. Είχε έρθει στην Αίγινα που ήταν διαμετακομιστικό κέντρο σφουγγαριών,  από όπου έφευγαν στολίσκοι στη Βόρεια Αφρική και μάζευαν σφουγγάρια. Ήρθε λοιπόν και διάλεξε την Αίγινα γιατί ήταν κοντά στην Αθήνα και θα μπορούσε έτσι να στέλνει τα εμπορεύματά του σε όλο τον κόσμο την εποχή εκείνη.
   Η  σχέση  του Κ. Χάνου με την Αίγινα αρχίζει από την εποχή που ο πατέρας  του πήρε προίκα από τον παππού  του  ένα σπίτι στο νησί. Ο πατέρας  του  Παύλος Σταύρου Χάνος, ήταν αρκετά πλούσιος για την εποχή εκείνη.   Η  καταγωγή  του πατέρα  του ήταν από την Ιθάκη. Σπούδασε στην Αγγλία    ναυτιλιακές επιχειρήσεις  και γνώριζε Αγγλικά, Γαλλικά, και Γερμανικά  και εργαζόταν στη Ναυτιλιακή Εταιρεία  του Ι. Χανδρή, στο μέγαρο Βάτη ως  διευθυντής. Η καταγωγή της μητέρας μου ήταν από τη Σύμη, κόρη του έμπορα σφουγγαριών Κωνσταντίνου Βογιατζή.
     
   Ο Κ. Χάνος  δραπετεύει με παρέα συνομηλίκων του,  με καΐκι μέσω Εύβοιας , Χίου και  Κύπρου  στη Μέση Ανατολή όπου  εντάσσεται στις Ελληνικές Δυνάμεις  που πολεμούσαν εκεί. Στη Μ. Ανατολή παρέμεινε  48 μήνες και πήρε μέρος σε πολλές μάχες όπως σε αυτήν στο Ελ – Αλ- Αμέιν. Μετά τις περιπέτειες στην Ανατολή επιστρέφει το 1945 στην Ελλάδα και τοποθετείται γραμματέας της ΕΠΟΝ.  Η δράση του γρήγορα τον οδηγεί στη φυλακή κι από κει στην εξορία:
«…Στη  φυλακή την μόνη που άφηναν να με επισκεφθεί ήταν την Άννα τη γυναίκα μου που τη γνώριζαν λόγω του γεγονότος ότι ο θείος  της ήταν αξιωματικός. Έτσι μπορούσαμε και λέγαμε λίγα λόγια από το τζαμάκι. Ο Καρούσος, θυμάμαι της έλεγε: «μην φοβάσαι θα τον προσέχω εγώ». Μετά από λίγο καιρό και ενώ στα αστυνομικά τμήματα είχαν μαζευτεί πολλοί κρατούμενοι, μας κατέβασαν με στρατιωτικά αυτοκίνητα «Τζειμς» στον Πειραιά. Οι μόνες που ήξεραν για αυτή την μετακίνησή μας ήταν η μητέρα, η αδελφή μου και η Άννα. Μας  φόρτωσαν στο πλοίο «Κολοκοτρώνης» δεμένους δυό – δυό και μας πέταξαν στη πλώρη που είναι τα σχοινιά και οι άγκυρες.
   Περιπλεύσαμε πολλά νησιά. Εντύπωση μου προκάλεσε η Μύκονος, την οποία περιπλεύσαμε πρωί – πρωί, χάραμα σχεδόν. Τότε η Μύκονος, ο οικισμός της χώρας , ήταν μόνο η Βενετία και οι ανεμόμυλοι. Το υπόλοιπο νησί ήταν ακατοίκητο. Όταν βγήκαμε στο Ικάριο πέλαγος πέσαμε σε μια τρομακτική θαλασσοταραχή. Εμείς είμαστε δεμένοι, με αποτέλεσμα αυτοί  που δεν άντεχαν τη θάλασσα, έκαναν εμετό ο ένας πάνω στον άλλο. Φωνάζαμε, διαμαρτυρόμασταν στον πλοίαρχο που πάντα έχει την κυριότητα  του πλοίου αλλά τίποτα. Μετά από πολύ προσπάθεια φθάσαμε στον Εύδηλο της Ικαρίας. Αφού αποβιβαστήκαμε ξεκινήσαμε περπατώντας με προορισμό το χωριό Δάφνη  το οποίο βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο του νησιού. Κάναμε αυτή τη διαδρομή μέσα από μονοπάτια, από ρεματιές φορτωμένοι με τα πράγματά μας. Ανάμεσα μας ήταν και ο  Μίκης Θεοδωράκης.  Στο χωριό Δάφνη της Ικαρίας παραμείναμε για ένα χρόνο περίπου. Επειδή όμως ο Εμφύλιος είχε φουντώσει και στην Ικαρία και πολλοί ντόπιοι είχαν φύγει στα βουνά, δεν μας άφηναν να κυκλοφορούμε, αλλά να είμαστε περιορισμένοι στα σπίτια. Μέναμε σε σπίτια που παραχωρούσαν οι Ικαριώτες και για τα οποία το νοίκι το πλήρωνε το κοινό ταμείο της κολεκτίβας ή κάποιες φορές  τα σπίτια παραχωρούνταν δωρεάν.
    Το ευτύχημα είναι ότι το χωριό δεν είχε χωροφυλακή – λόγω του γεγονότος ότι ήταν μακριά από τη Χώρα. Γίνονταν μόνο εφοδίες. Έτσι μπορούσαμε να κυκλοφορούμε στο χωριό. Αναγκαζόμασταν να πηγαίνουμε δύο φορές την ημέρα να δίνουμε το παρόν στο κοντινό  μεγαλοχώρι την Ακαμάτρα, όπου υπήρχε σταθμός Χωροφυλακής. Έτσι περνούσαμε τον καιρό περπατώντας και συζητώντας. Με τον Μίκη Θεοδωράκη μείναμε για ένα χρόνο στο ίδιο δωμάτιο. Το κράτος τότε έδινε 5 δραχμές κατ’ άτομο για διατροφή. Με  καλή  διαχείριση που έκανε η ομάδα το φαί δεν μας έλειψε καθόλου.
   Όταν άρχισε ο ανταρτοπόλεμος από ντόπιους στην Ικαρία κατά τμήματα μας πήραν   με αρματαγωγά και κορβέτες και μας οδήγησαν στη Μακρόνησο όπου μπήκαμε στο 4ο Τάγμα στο οποίο σχεδόν ήταν η ηγεσία του κόμματος [Σαράφης, Γαβριηλίδης]. Γενικά πάνω στην Μακρόνησο υπήρχε ένα κλίμα τρόμου. Για να επιτείνουν τον τρόμο αυτό, αυτούς που είχαν πάρει για τα στρατιωτικά σώματα ή  όσους είχαν απαλλαχτεί, τους επέστρεφαν  με σπασμένα κεφάλια ή χέρια ώστε να αναγκαστούν να υπογράψουν δήλωση μετανοίας, αλλά  βλέποντας τους   να φοβηθούμε και να υπογράψουμε. Τον Μ. Θεοδωράκη τον βασάνισαν πολύ με αποτέλεσμα να καταλήξει στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Στη  Μακρόνησο έμεινα περίπου  δύο  χρόνια, μέχρι το τέλος  του 1949. Οι συνθήκες ήταν φοβερές. Υπήρχε περίπτωση, επειδή η τροφοδοσία γινόταν από Λαύριο, να μην μπορούν να  έρθουν τα καΐκια ούτε η υδροφόρα λόγω τρικυμίας. Το 1947 ζήσαμε έναν τρομακτικό χειμώνα εκεί. Είχε χιονίσει στο νησί και το χιόνι αυτό μας έσωσε, γιατί δεν μπορούσαν να έρθουν υδροφόρες και πίναμε νερό από τα λακουβάκια που έλιωνε το χιόνι.  Σαν τα ζώα δηλαδή.
   Τον Αύγουστο του 1949 τελείωσε η παραμονή μου στη Μακρόνησο…….. Με  την αποκατάσταση της δημοκρατίας ήρθα σε επαφή με το Κομμουνιστικό Κόμμα και όταν ήρθα στην  Αίγινα, μπήκα στην οργάνωση σαν απλό μέλος, παρόλο που είχα προτάσεις για να γίνω γραμματέας του  κόμματος, στην οργάνωση της Αίγινας. Βέβαια  δεν δέχτηκα. Άλλωστε  έμενα ακόμα στην Αθήνα. Προς τιμήν μου, το κόμμα με εξέλεξε ως υποψήφιο βουλευτή της Α΄ Πειραιά στις εκλογές του 1996.
   Ήταν μοναδική εμπειρία. Διασχίσαμε όλα τα νησιά και τις περιοχές, έφθασα μέχρι τα Κύθηρα.  Τελικά από όλη την περιφέρεια αυτή, πήρα κάπου 2.200  σταυρούς και την ηθική ικανοποίηση για την αναγνώριση των αγώνων μου».