Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Τα χρόνια της πείνας στην Αίγινα


Στα πρόθυρα της εορτής της 28ης Οκτωβρίου
    Η  επέτειος της 28 ης Οκτωβρίου  επιμένει να γδέρνει τη μνήμη των παλαιοτέρων γενεών  που έχουν να θυμούνται τις κακουχίες, τη πείνα, την οσμή του θανάτου, τους ήχους των εχθρικών αεροπλάνων, την αγριότητα του πολέμου, τον ηρωισμό ενός λαού που θέλησε να πολεμήσει και όχι να παραδοθεί στον κατακτητή.
      Όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, έτσι και στην Αίγινα, ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή έδειξαν το χειρότερο πρόσωπό τους, που ήταν  η πείνα. Ιδιαίτερα η Αίγινα δοκιμάστηκε περισσότερο από τα άλλα  νησιά του Σαρωνικού, λόγω της μεγαλύτερης απόστασης  που την χωρίζει από την Αττική και την Πελοπόννησο σε σχέση με τα υπόλοιπα νησιά που  κατόρθωναν να ανεφοδιαστούν από  τις κοντινές ακτές.
   Η πείνα  άρχισε  να  εμφανίζεται  με τον ερχομό των Γερμανών στην Αίγινα, ενώ η κατάσταση χειροτέρεψε  με την επιδρομή του χειμώνα  που όπως θυμούνται οι παλαιότεροι ήταν  πολύ  δύσκολος [1941-42]. Ο ανεφοδιασμός σε τρόφιμα σταμάτησε από τον Πειραιά το 1941. Αναφέρεται ότι μέσα σε τρεις μήνες το 1/6 του πληθυσμού του νησιού πέθανε από την πείνα. Υπολογίζεται ότι κατά το πρώτο τρίμηνο της πείνας, πέθαναν 700 περίπου άτομα. Από όλες τις περιοχές της Αίγινας δοκιμάστηκε περισσότερο η Κυψέλη, στην οποία αρχίζουν να λειτουργούν τα πρώτα συσσίτια με τη  φροντίδα του δάσκαλου Ιωάννη Ηλιόπουλου. 

Ο  δάσκαλος θέλοντας να αντιμετωπίσει το σοβαρό πρόβλημα της κακής διατροφής των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου Κυψέλης,  οργάνωνε συσσίτια με πολύ κόπο και προσωπικές θυσίες πριν το ξέσπασμα του πολέμου. Αυτά τα  σχολικά   συσσίτια διακόπτονται με την κήρυξη του πολέμου και  επαναλειτουργούν από το Μάιο του 1941 με σκοπό τώρα να αντιμετωπίσουν  την πείνα  που  είχε αρχίσει  να αφανίζει τον πληθυσμό της Κυψέλης. Ενδεικτικά  αναφέρεται ότι πέθαιναν καθημερινά  τέσσερα με δέκα άτομα.
   Οι  Γερμανοί  είχαν  απαγορεύσει τον ανεφοδιασμό σε τρόφιμα από τον Πειραιά και την Πελοπόννησο, ενώ οι  ίδιοι άρπαζαν για τις δικές τους ανάγκες τα λιγοστά αγροτικά προιόντα του νησιού. Οι  καμπάνες κτυπούσαν πένθιμα  συνεχώς εκείνα τα χρόνια. Οι ιερείς έθαβαν καθημερινά τους σκελετωμένους από την πείνα νεκρούς. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία κάθε χρόνο στην Κοινότητα Αίγινας πέθαιναν 60 –70 άτομα. Οι άνθρωποι έτρωγαν τα πάντα για να σωθούν, χαρούπια, τσόφλια από αμύγδαλα, κολοκύθια ωμά, κάθε είδους χόρτα. Από την ασιτία οι άνθρωποι πρήζονταν και αναγκάζονταν να αρπάξουν οτιδήποτε για να φάνε. Υπήρχαν βέβαια μικρές εξαιρέσεις κάποιων Αιγινητών που έκρυβαν ψωμί και λάδι. Μετά την απελευθέρωση τα κρυμμένα λάδια δεν ήταν κατάλληλα για κατανάλωση. Η  ανάγκη οδήγησε πολλούς στη ζητιανιά. Λέγεται ότι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Αίγινα ζητιάνοι, κλέφτες και διαρρήκτες.
   Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε τότε στο νησί, ήταν  το παρακάτω περιστατικό που έλαβε χώρα στο λιμάνι της Αίγινας λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1941, όταν δύο μικρά φορτηγά πλοία ήρθαν και άραξαν στο λιμάνι. Μέσα σε αυτά υπήρχαν είκοσι Γερμανοί στρατιώτες και  εφόδια. Το έρημο λιμάνι ξαφνικά άρχισε να παίρνει ζωή. Οι  Γερμανοί ξεφόρτωσαν τα πλοία και φόρτωσαν  τα εφόδια τους σε δύο αυτοκίνητα με έκδηλη τη χαρά τους, μια που τα εφόδια αυτά ήταν για τα Χριστούγεννα. Στο λιμάνι άρχισαν να εμφανίζονται δειλά – δειλά οι πρώτοι περίεργοι και πολλοί πεινασμένοι που  περίμεναν να πέσει κάτι  στο δρόμο για να τρέξουν όλοι να το πάρουν , για να φάνε. Μόλις  τελείωσαν με το ξεφόρτωμα τα αυτοκίνητα των Γερμανών ξεκίνησαν για τα οχυρά της Πέρδιακς και του Τούρλου. Αυτή η σκηνή επαναλήφθηκε αρκετές φορές τα χρόνια της Κατοχής. Οι πεινασμένοι Αιγινήτες προσπαθούσαν κάτι να ξεκλέψουν για να φάνε. Καιροφυλακτούσαν για κάποια πατάτα που θα έπεφτε τη στιγμή του ξεφορτώματος, για κάποια  φρατζόλα ψωμί. Αναφέρεται ότι υπήρχε κάποιος που είχε κατορθώσει να μεταφέρει ολόκληρο τσουβάλι με πατάτες, που είχε πέσει από τους Γερμανούς στη  θάλασσα, από τη μια πλευρά του λιμανιού στην άλλη, κολυμπώντας.
   Τα  χρόνια εκείνα μερικοί Αιγινήτες τόλμησαν να κάνουν εμπόριο με τα ψαράδικα και σφουγγαράδικα καίκια τους και να μεταφέρουν όσπρια, λάδι, σιτάρι, τα οποία αποθήκευαν και κατόπιν πουλούσαν στη μαύρη αγορά. Αρκετοί με τον τρόπο αυτό απέκτησαν χρήματα, ενώ άλλοι  καταστράφηκαν γιατί τα καίκια τους βομβαρδίστηκαν ή τορπιλίστηκαν γιατί υπήρχε η υποψία ότι  μετέφεραν αντιστασιακούς. Τα καίκια βοήθησαν να  αντιμετωπιστεί  κάπως το πρόβλημα της πείνας. Από το 1943 αρχίζει να υποχωρεί η πείνα, αφού προηγουμένως είχε θερίσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού του νησιού. Ακολούθησε η Αμερικανική βοήθεια, ενώ μετά την απελευθέρωση η πείνα  έμεινε  μια φρικιαστική ανάμνηση  ιδιαίτερα για εκείνους που έχασαν εξαιτίας της γονείς, παιδιά, φίλους και συγγενείς.