Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Τα Ναυτικά Οχυρά της Αίγινας - η ιστορία της κατασκευής τους

   Πολύς και έντονος είναι ο προβληματισμός τον τελευταίο καιρό για την "τύχη" και το μέλλον της περιοχής των Οχυρών της Πέρδικας. Το θέμα συζητείται όλο και πιό συχνά με γύρω από τον άξονα της αποφυγής κάθε ενέργειας που θα ακυρώσει την ιερότητα του χώρου, την ιστορική μνήμη και θα αλλοιώσει βάναυσα το φυσικό τοπίο.
   Προσπαθώντας να βάλουμε  ένα λιθαράκι στην κουβέντα παραθέτουμε ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εργασία της Ομάδας Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του 2ου Γυμνασίου Αίγινας με  τίτλο: "Ναυτικά Οχυρά και Παρατηρητήρια της Αίγινας", Σχολική χρονιά 2000 -2001.

 
      "Λίγα  μόλις χρόνια πριν  την κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου  πόλεμου, η στρατιωτική ηγεσία της  Ελλάδας   συζητά  και προβληματίζεται  για  την καλύτερη οχύρωση της χώρας  με την δημιουργία  και κατασκευή οχυρωματικών έργων. Σημαντικό μέρος  της οχύρωσης  θα κατελάμβανε  η ναυτική οχύρωση  και προστασία των λιμένων και των παράκτιων περιοχών της Ελλάδος.
     Στην  πραγματικότητα    αν  και το θέμα αυτό απασχολούσε την Ελλάδα από το 1926, ουσιαστικές ενέργειες αναλήφθηκαν μόνο από τα τέλη του 1935.  Με   Βασιλικό Διάταγμα της 20 –12 – 1935  καθορίστηκαν οι ακόλουθες   Ναυτικές Αμυντικές Περιοχές, υπό τη διοίκηση ανωτέρου διοικητικού Τοπικής Αμύνης. Συγκεκριμμένα   ορίστηκαν οι περιοχές της Δυτικής   Ελλάδας, με έδρα την Πάτρα, Κρήτης με έδρα τα   Χανιά, Νοτίου Αιγαίου με έδρα τον Πειραιά, Ευβοίας με έδρα  την Χαλκίδα, Βορείου Αιγαίου με έδρα την Θεσσαλονίκη  και Ανατολικών Νήσων με έδρα την Χίο.
    Την  κατασκευή  των αναγκαίων έργων  ανέλαβαν   ειδικευμένοι  αξιωματικοί  και πολιτικοί  μηχανικοί  στο  Πυροβολικό  και  στις Οχυρώσεις.
   Αναγκαία όμως  κρίθηκε  και η μετάκληση ξένων ειδικών συμβούλων  και μάλιστα Γερμανών.
   Τον  Δεκέμβριο του 1936 ήλθε  απόστρατος Γερμανός  αντιναύαρχος  για ένα μήνα και έδωσε τις πρώτες γενικές οδηγίες  για την παράκτια και αντιαεροπορική  άμυνα.
    Αργότερα  έφθασαν  δύο ακόμη Γερμανοί ειδικοί σύμβουλοι:  ένας  ταγματάρχης  του Μηχανικού  και ένας πλωτάρχης  πυροβολητής   οι οποίοι παρέμειναν στην Ελλάδα  μέχρι το 1937.
    Ακολούθως  έγινε επιλογή στρατηγικών  παραθαλάσσιων  προσβάσεων, στις οποίες με βάση τις οδηγίες των παραπάνω συμβούλων, σχεδιάστηκαν, κατασκευάσθηκαν  και εξοπλίστηκαν κατά την περίοδο 1937 –1940  από ελληνικό προσωπικό, χρήματα και μέσα, τα παράκτια  οχυρά.
    Βασικά επρόκειτο   για επάκτιες οχυρώσεις,  οι οποίες σε συνδυασμό  με φράγματα  ναρκών  και ανθυποβρυχιακά δίκτυα – φράγματα, εξασφάλιζαν  εκείνη την εποχή  την  προστασία  των ζωτικότερων λιμένων, των ναυτικών  βάσεων  από  προσβολές  πολεμικών  πλοίων  επιφανείας  και υποβρυχίων.
    Με  την  ύπαρξη των συγκεκριμμένων οχυρών   δημιουργήθηκαν εσωτερικοί θαλάσσιοι   ασφαλείς  δρόμοι  στο   μεγαλύτερο  τμήμα  της Ελληνικής θάλασσας  τόσο στο Ιόνιο όσο και στο Αιγαίο, αλλά  και σε κλειστούς  κόλπους όπως είναι ο Κορινθιακός , ο Σαρωνικός, ο Ευβοϊκός  , ο Θερμαϊκός. Ενδεικτικά  αναφέρουμε  τα ναυτικά οχυρά  του Αράξου  και του Ρίο  στον Πατραικό του Νοτίου  και Βορείου Ευβοϊκού, του Μεγάλου Εμβόλου στη Θεσσαλονίκη, τα  οχυρά του Καραμπουρνού  και Τούζλα,  στον  Σαρωνικό, στα  νησιά  Φλέβες, και στην Αίγινα.
   Στην Αίγινα  κατασκευάστηκαν  δύο οχυρά  στο   Νότιο  άκρο του νησιού  κοντά στο χωριό Πέρδικα  και  στο βορειοανατολικό  άκρο του νησιού  στην περιοχή Τούρλος. Τα οχυρά  ονομάστηκαν αντίστοιχα  Νότιο Οχυρό Αίγινας [Ν.Ο.Α.]  και  Βόρειο Οχυρό Αίγινας [Β.Ο.Α.].
    Από αυτά το πιο επιβλητικό και εντυπωσιακό λόγω όγκου  θέσης και κατασκευής ήταν αυτό στην περιοχή του Τούρλου.
    Η   ύπαρξη  των οχυρών αυτών  στον Ελληνικό χώρο  σε συνδυασμό  με τα φράγματα  ναρκών  , τα ανθυποβρυχιακά δίκτυα  -φράγματα  εξασφάλιζαν  την ασφαλή διέλευση των πλοίων    στο μεγαλύτερο  θαλάσσιο χώρο του Ιονίου  και Αιγαίου πελάγους. Δημιουργήθηκαν έτσι  ασφαλείς  εσωτερικοί θαλάσσιοι δρόμοι  με αποτέλεσμα το 1940  οι θαλάσσιες μεταφορές  ελληνικών στρατευμάτων  και εφοδίων   να διεξάγεται χωρίς εμπόδια  και απώλειες  με ευθύνη πάντοτε του Πολεμικού Ναυτικού.
    Κάθε  οχυρό εκτός από μεγάλα πολυβόλα, ταχυβόλα  και πολυβόλα διάφορων διαμετρημάτων, διέθετε πλήρεις υπόγειες ή ημιυπόγειες  προασπισμένες και θωρακισμένες εγκαταστάσεις, που στέγαζαν κεντρικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, πυριτιδαποθήκες, βληματαποθήκες, καταφύγια, θαλάμους φαγητού, ύπνου και υγιεινής προσωπικού, σταθμούς τραυματιών. Στους επίγειους εξοπλισμούς  τα οχυρά διέθεταν επίσης προβολείς για έρευνες επιφανείας και αέρος, διαστημόμετρα, σταθμούς διευθύνσεως βολής, κατευθυντήρες πυροβολικού μεγάλου διαμετρήματος και αντιαεροπορικά .
    Συμπληρωματικά     προς τα παράκτια  οχυρά  είχαν αναπτυχθεί  στις προσβάσεις του Σαρωνικού , του Πατραϊκού, του Νότιου  και Βόρειου Ευβοϊκού  φράγματα  ναρκών  και ανθυποβρυχιακά  δίκτυα, τα περισσότερα από τα οποία ήταν ελληνικής  κατασκευής.
   Ο   εξοπλισμός αυτός   είχε αγοραστεί από το εξωτερικό  και κυρίως από την Γερμανία  που δεχόταν παραγγελίες  και πληρωμές σε είδος,  σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά  κράτη  που απαιτούσαν την πληρωμή σε συνάλλαγμα.
   Αξίζει  εδώ  να  υπογραμμιστεί  η δυσκολία  της προμήθειας  πολεμικού υλικού εκείνα  τα χρόνια    που η Ευρώπη ετοιμαζόταν για έναν  ακόμη πόλεμο, αλλά  και  την μεγάλη  συμμετοχή  της Γερμανίας στον σχεδιασμό, στην κατασκευή  και στον εξοπλισμό  αυτών των οχυρών  που μετά από  λίγα χρόνια θα έπεφταν στα χέρια του Γερμανικού  στρατού  ο οποίος θα  τα χρησιμοποιούσε ανάλογα?
    Στο  σημείο  αυτό αξίζει   να σημειώσουμε    τον εντυπωσιακό εξοπλισμό  του Βορείου Οχυρού  της Αίγινας. Εκεί  στην κορυφή του βουνού εγκαταστάθηκαν οι  δύο δίδυμοι πύργοι  των 12 ιντσών  από το θωρηκτό ‘ΛΗΜΝΟΣ’,   βάρους  900  τόνων  ο καθένας. Επρόκειτο  για τεχνικό άθλο των υπηρεσιών του Πολεμικού Ναυτικού  και τα σχόλια  του  τύπου  της εποχής εκείνης  ήταν ιδιαίτερα κολακευτικά. Αποτελούσαν  τίτλο τιμής  όχι μόνο για το Πολεμικό Ναυτικό  αλλά και για την Ελληνική βιομηχανία της εποχής.
     Μαζί  με τα παράκτια οχυρά , και  την  αντιαεροπορική  άμυνα,  πλην του μετώπου του 1940, το Πολεμικό Ναυτικό  είχε και την ευθύνη, την επιμέλεια, οργάνωση, λειτουργία   και  αξιοποίηση 400 περίπου  παρατηρητηρίων  επιτηρήσεως  θαλάσσης  και αέρος  που αναπτύχθηκαν   και λειτούργησαν  ικανοποιητικά  σε διάφορα  κρίσιμα  σημεία ολόκληρης  της Ελλάδας.
    Οι  πληροφορίες από αυτά  τα παρατηρητήρια  συγκεντρώνονταν  στην Υπηρεσία  Επιτηρήσεως  Συναγερμού  Αέρος  και Θαλάσσης   που είχε   εγκατασταθεί  στο υπόγειο καταφύγιο  του Λυκαβηττού.
    Τα  παραπάνω   οχυρωματικά έργα  συμπλήρωναν  την θωράκιση  της Ελλάδος μαζί με  τα άλλα  20  οχυρά  της γραμμής  Μεταξά  στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα  και τα οποία κατασκευάστηκαν την ίδια περίπου περίοδο.
    Τέλος  αξίζει  να αναφέρουμε  ότι  η επάκτια  και αντιαεροπορική  άμυνα της Ελλάδας  στον πόλεμο  του 1940   ήταν πολύπλοκη, εκτεταμένη  και αποτελεσματική".