Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Τα πρόσωπα του Θείου Πάθους

            


Τα πρόσωπα  του Θείου Πάθους στέκονται δίπλα στο Χριστό τις τελευταίες στιγμές  της επίγειας ζωής του. Συνοδεύουν το Χριστό μέχρι το Γολγοθά, παραστέκονται κοντά του, λαμβάνουν το Τίμιο Σώμα Του και το εναποθέτουν στον τάφο.
Πρόσωπα που έχουν πιστέψει σε Αυτόν αλλά και πρόσωπα που τον δικάζουν ή αδιαφορούν για αυτόν. Είναι όλοι εκείνοι που τα ονόματά τους μας έχει παραδώσει η Αγία Γραφή και η Παράδοση της Εκκλησίας και παρουσιάζονται παίζοντας  καταλυτικό ρόλο στα γεγονότα των ημερών.

     Ο Άγιος Λογγίνος ο εκατόνταρχος
  Ο Λογγίνος έζησε την εποχή που αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν ο Τιβέριος. Καταγόταν από την Καππαδοκία. Εντάχθηκε στο Ρωμαϊκό στρατό και έφθασε στο αξίωμα του εκατόνταρχου, επικεφαλής δηλαδή εκατό στρατιωτών. Υπηρετούσε στην περιοχή της Παλαιστίνης και ήταν επικεφαλής αξιωματικός των στρατιωτών που διατάχθηκαν από τον Πόντιο Πιλάτο να εκτελέσουν τη θανατική καταδίκη του Ιησού. Ο Λογγίνος εκτελώντας τις διαταγές  που είχε πάρει, παρακολουθεί και ζει από κοντά τα γεγονότα της Σταύρωσης, τα φρικτά πάθη του Κυρίου. Όμως η ψυχή του Λογγίνου ήταν ευγενική και διέκρινε την αθωότητα του Ιησού. Είδε σε  βάθος το πρόσωπο του Χριστού και  κατάλαβε την αγαθότητα και τη σεμνότητα του προσώπου Του, αλλά και την υποκρισία και το φανατισμό των σταυρωτών Του. Συγκλονίζεται από το σεισμό, από τη σκότιση του ήλιου και από το σκίσιμο του καταπετάσματος του Ναού. Φρίττει όταν βλέπει τα μνημεία να ανοίγουν και τις πέτρες να ραγίζουν. Ο νους του φωτίζεται και φωνάζει με δυνατή φωνή: «Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός ήταν υιός Θεού». (Μαρκ. 15,39).
   Μετά τη Σταύρωση παίρνει τη διαταγή να φυλάξει αυτός και οι στρατιώτες του τον τάφο του Κυρίου. Όταν η είδηση της Αναστάσεως του Κυρίου αρχίζει να διαδίδεται οι Φαρισαίοι τον πλησιάζουν και του δίνουν χρήματα για να διαδώσει ότι οι μαθητές του Χριστού έκλεψαν το Άγιο Σώμα. Αρνείται και μαζί του αρνούνται και δύο ακόμη στρατιώτες.
   Ζώντας αυτά τα μεγάλα γεγονότα, αποφάσισε να παραιτηθεί από το στρατό και να επιστρέψει στην πατρίδα του την Καππαδοκία. Εκεί άρχισε να κηρύττει το όνομα του Χριστού και να μαρτυρεί για την Ανάστασή Του, λέγοντας ότι είναι αληθινός Θεός. Όταν πληροφορήθηκε ο Πιλάτος τις ενέργειες αυτές του Λογγίνου, αποφασίζει να τον κατηγορήσει στον αυτοκράτορα και με δώρα κατορθώνει να αποσπάσει από τον Τιβέριο την θανατική του καταδίκη. Έτσι στέλνει στην Καππαδοκία μικρό στρατιωτικό σώμα για να συλλάβει και στη συνέχεια να φονεύσει τον Άγιο. Οι στρατιώτες συναντούν το Λογγίνο και φιλοξενούνται από αυτόν. Ο ίδιος δεν τους αποκαλύπτεται, αλλά πληροφορείται το σκοπό του ταξιδιού τους. Μετά από αυτό τους παρέχει μεγαλύτερη περιποίηση και φιλοξενία και αποφασίζει να μαρτυρήσει, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τους δύο παλαιούς στρατιώτες του, που μαζί του είχαν αρνηθεί τη δωροδοκία για να διαβάλουν την Ανάσταση του Χριστού. Ο Λογγίνος παρουσιάζεται στους στρατιώτες οι οποίοι λυπήθηκαν πολύ για την αποστολή τους αυτή. Ο Άγιος τους παρακάλεσε να εκτελέσουν τις διαταγές που είχαν λάβει από τον Πόντιο Πιλάτο. Οι στρατιώτες αποκεφαλίζουν το Λογγίνο και τους δύο στρατιώτες και παίρνουν την κεφαλή του και τη φέρνουν στην Ιερουσαλήμ για να βεβαιωθεί ο Πιλάτος αλλά και οι Ιουδαίοι ότι φονεύθηκε ο Λογγίνος. Μετά από αυτό θάβουν την τιμία κεφαλή του Αγίου μέσα σε κοπριές σε περιοχή έξω από τα Ιεροσόλυμα.
   Μετά από πολλά χρόνια μια πλούσια γυναίκα από την Καππαδοκία μαζί με το γιό της επισκέπτονται τα Ιεροσόλυμα. Η γυναίκα είχε αρρωστήσει και σαν αποτέλεσμα αυτής της αρρώστιας είχε τυφλωθεί. Έρχεται λοιπόν στην Αγία Πόλη για να γιατρευτεί. Εκεί όμως πεθαίνει ο γιός της. Πάνω στον πόνο και τη δυστυχία της βλέπει στο όνειρό της τη μορφή του Λογγίνου. Ο Άγιος της αποκαλύπτεται και της αναφέρει ότι εάν σκάψει στο σημείο που της υπέδειξε θα βρει την κεφαλή του, αλλά θα γιατρευτεί και θα αποκτήσει πάλι το φως της. Η γυναίκα βρήκε την κεφαλή του Αγίου και γιατρεύτηκε. Αφού έβαλε σε θήκη την τιμία κάρα του Αγίου και ενταφίασε και το γιό της επέστρεψε στην πατρίδα της όπου έκτισε ναό προς τιμήν του Αγίου.
  Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Λογγίνου στις 16 Οκτωβρίου. Μαζί  του εορτάζονται από την Εκκλησία μας και οι δύο στρατιώτες του Λογγίνου που μαρτύρησαν μαζί του.
 Πόντιος Πιλάτος
  Στα χρόνια 26 -36 μ. Χ. η Ιουδαία γνωρίζει τη διακυβέρνηση του Πόντιου Πιλάτου, μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας που γνώρισε ακόμη και την αγιοποίηση από την χριστιανική Αιθιοπική Εκκλησία λόγω της στάσης που κράτησε απέναντι στο Χριστό. Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν γιός του Τύρου βασιλιά της Μαγεντίας. Ο Πιλάτος ήταν φίλος του αυτοκράτορα Τιβέριου. Μόνιμη έδρα του ήταν η Καισάρεια στα μεσογειακά παράλια της Παλαιστίνης.  Εκεί στρατοπέδευε και μια μεγάλη στρατιωτική μονάδα. Για την τήρηση της τάξης και της ασφάλειας τις ημέρες του Εβραϊκού Πάσχα ο Πιλάτος βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ. Στη διάθεσή του εκεί είχε ένα απόσπασμα της ρωμαϊκής φρουράς που κατοικούσε στο φρούριο Αντωνία. Γνώριζε πολύ καλά  τα « καμώματα» των γραμματέων και των φαρισαίων και σιχαινόταν τις θρησκευτικές διαφορές  που παρουσιάζονταν. Ήταν ανεκτικός μαζί τους και προσπαθούσε να κρατήσει κάποιες ισορροπίες. Η Σταύρωση του Χριστού ήταν μία ακόμη σταύρωση  ανάμεσα σε   χιλιάδες που είχε διατάξει κατά τη θητεία του ως  κυβερνήτης της Ιουδαίας. Η τακτική του αυτή οδήγησε τη Ρώμη να τον ανακαλέσει από τα καθήκοντά του. Η ανάκληση αυτή συνιστούσε μεγάλη ατίμωση καθώς θα οδηγούσε σε δίκη και σε εξορία. Ο μόνος τρόπος για να «ξεπλύνει» κάποιος αυτή την ντροπή ήταν η αυτοκτονία. Με αυτόν τον τρόπο η οικογένεια του αυτόχειρα κληρονομούσε την περιουσία του δίνοντας στην πράξη του ένας ίχνος αλτρουισμού. Ο Πόντιος Πιλάτος αυτοκτόνησε χωρίς να μάθει ποτέ ότι μία ακόμη σταύρωση θα γινόταν η αφετηρία μιας παγκόσμιας Ιστορίας.
   Έξι χρόνια μετά τη Σταύρωση του Χριστού, έστειλε στη Σαμάρεια στρατό για να καταστείλει μια εξέγερση. Πολλοί αθώοι θανατώθηκαν και οι Σαμαρείτες διαμαρτυρήθηκαν στον αυτοκράτορα, που τον κάλεσε στη Ρώμη. Ο ιστορικός Ευσέβιος προσθέτει πως ο Πιλάτος, μετά τις πολεμικές αποτυχίες του αυτοκτόνησε. Όμως άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι εξορίστηκε στη Γαλατία από τον αυτοκράτορα Καλιγούλα. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι, για να απαλλαγεί από τις τύψεις, ανέβηκε σε ένα βουνό, που βρίσκεται στη λίμνη Λουκέρνη της Ιταλικής χερσονήσου και έπεσε στο κενό.
   Μαζί με τον Πιλάτο κατηγορίες απαγγέλθηκαν και στον Καϊάφα, τον Εβραίο αρχιερέα, που καταδίκασε το Χριστό. Λέγεται ότι σκοτώθηκε στο ταξίδι προς τη Ρώμη, στο Ηράκλειο της Κρήτης.
  Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο Πιλάτος αυτοκτόνησε μετανιωμένος που παρέδωσε στους Εβραίους το Χριστό, ενώ  άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μετά την πτώση του αυτοκράτορα και φίλου του Τιβέριου απομακρύνθηκε από τη θέση του, εξορίστηκε  και αυτοκτόνησε. Τέλος άλλες πληροφορίες θέλουν να έχει αποκεφαλιστεί στα χρόνια του αυτοκράτορα Νέρωνα.
  Ότι κι αν έχει συμβεί, η προσωπικότητα του Πόντιου Πιλάτου δεν παύει να είναι ενδιαφέρουσα. Έχει καταλάβει από νωρίς ότι ο Ιησούς είναι αθώος και προσπαθεί με κάθε μέσο να τον αθωώσει. Τελευταία του λύση ο Βαραββάς  και η «χάρη»  που διδόταν σε έναν κρατούμενο λίγο πριν την εορτή του Πάσχα. Η ιστορία όμως απέδειξε ότι ήταν πολύ δειλός. Δεν μπόρεσε τελικά να επιβάλει την άποψη του και υπέκυψε στα ύπουλα διλήμματα των Εβραίων που έντεχνα υπαινίσσονταν πως αν δεν  καταδικάσει σε θάνατο τον Ιησού, θα πάψει να είναι φίλος του αυτοκράτορα.
   Ο Πιλάτος υποκύπτει αφού προηγουμένως φροντίζει να «νίψει» τα χέρια του σε μια κίνηση απαλλαγής κάθε προσωπικής ευθύνης  για την καταδίκη του Ιησού. Προηγουμένως έχει δεχτεί  να ακούσει τους φόβους της γυναίκας του που του εξομολογείται  πως έχει δει ένα κακό όνειρο για τον Ιησού. Δειλός και αναποφάσιστος, φοβισμένος και ανασφαλής  ανακρίνει τον Ιησού και διατυπώνει τη συγκλονιστική απορία του: «Και τι είναι αλήθεια;».
   Τέλος οι ιστορικοί αναφέρουν πως η γυναίκα του Πιλάτου, Πρόκλα πίστεψε στο Χριστό και αγίασε.


Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας
 Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία αναφέρεται ως κρυφός μαθητής του Χριστού. Ο ίδιος ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ  και σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ματθαίο αντιτάχθηκε στην καταδίκη του Ιησού μέσα στο Συνέδριο. Μετά το θάνατο  του Ιησού ζήτησε από τον Πόντιο Πιλάτο την άδεια να αποκαθηλώσει το νεκρό σώμα του Ιησού από το Σταυρό, προκειμένου να τον ενταφιάσει στο λαξευτό οικογενειακό  του τάφο. Η άδεια αυτή παραχωρήθηκε και  με συμπαραστάτη τον Νικόδημο ενταφίασε τον Χριστό «σινδόνι καθαρά ειλήσας και αρώμασι εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο».
  Ο Ιωσήφ για να κατεβάσει το σώμα του Ιησού από το Σταυρό έπρεπε να πάρει ειδική άδεια γιατί από το Ρωμαίο διοικητή γιατί όπως επέβαλε η νομοθεσία, άφηναν τους σταυρωμένους για αρκετές μέρες πάνω στο σταυρό για μεγαλύτερο δημόσιο εξευτελισμό.
  Τα ιερά Ευαγγέλια δεν μας αναφέρουν τίποτε για τις μετέπειτα δραστηριότητες του Ιωσήφ. Διάφορες όμως παραδόσεις τον αναφέρουν να ακολουθεί τον Απόστολο Φίλιππο, το Λάζαρο και τη Μαρία τη Μαγδαληνή  σε ιεραποστολικό ταξίδι στους Γαλάτες. Επίσης αναφέρεται πως ο Ιωσήφ σταλμένος από τον Απ. Φίλιππο  κήρυξε το χριστιανισμό στο νησί της Βρετανίας. Τίποτε όμως από τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται ιστορικά.
Νικόδημος
   Ο Νικόδημος ο βουλευτής  αναφέρεται ως ο νυκτερινός μαθητής του Ιησού που μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία  έκαναν την αποκαθήλωση και την ταφή του Κυρίου. Ονομάζεται νυχτερινός ή κρυφός μαθητής  γιατί επισκεπτόταν κρυφά τον Ιησού λόγω της θέσης που κατείχε μέσα  στην Ιουδαϊκή κοινωνία.
   Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του μαζί με τον Ιωσήφ και τις μυροφόρες γυναίκες δύο Κυριακές μετά το Πάσχα, την Κυριακή των Μυροφόρων.
Οι δύο ληστές.
      Στην εικόνα της Σταύρωσης  διακρίνουμε τους δύο ληστές  που συσταυρώθηκαν με το Χριστό πάνω στο Γολγοθά. Η παράδοση αναφέρει τα ονόματά τους, Δυσμάς και Γίστας (ή Γέστας και Δημάς). Στη δεξιά πλευρά του Ιησού σταυρώνεται ο Δυσμάς ο οποίος και γίνεται ο πρώτος οικιστής του Παραδείσου σε αντίθεση με το Γίστα στα αριστερά του Χριστού ο οποίος κατακρίνει και χλευάζει τον Ιησού.
    Τα ονόματα των δύο ληστών όπως και του Πετρώνιου που φρουρούσε τον τάφο του Ιησού επικράτησαν στην παράδοση της Εκκλησίας και απεικονίζονται στην Αγιογραφία

Βαραββάς
Ο Βαραββάς πιθανόν να ήταν επαναστάτης Ζηλωτής. Βρισκόταν φυλακισμένος που «μαζί με άλλους επαναστάτες, που κατά την εξέγερση είχαν διαπράξει φόνο» (Μάρκου 15,7)  Καταδικάστηκε λοιπόν σε θάνατο για φόνο που διέπραξε σε εξέγερση που έγινε στην Ιερουσαλήμ (Λουκάς 23:19). Ο Ματθαίος τον ονομάζει "περιβόητον δέσμιον" (Ματθαίος 27:16), ο Μάρκος "συνωμότη" (Μάρκος 15:6) και ο Ιωάννης "ληστή" (Ιωάννης 18:40).
   Την εποχή της δίκης του Ιησού ήταν στη φυλακή. Ο Πιλάτος στη προσπάθειά του να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού με την ευκαιρία του εθίμου, όπου κάθε Πάσχα ελευθερωνόταν ένας φυλακισμένος (Ματθαίος 27:15, Λουκάς 23:17), πρότεινε στους Ιουδαίους να ελευθερώσει τον Ιησού. Ο όχλος όμως κατόπιν επιρροής των αρχιερέων ζήτησε να ελευθερωθεί ο Βαραββάς και να καταδικαστεί ο Ιησούς (Ματθαίος 27:20, Μάρκος 15:11, Λουκάς 23:18, Ιωάννης 18:40). Έτσι ο Πιλάτος θέλοντας να φανεί καλός με το πλήθος ελευθέρωσε το Βαραββά και παρέδωσε τον Ιησού για να σταυρωθεί (Ματθαίος 27:26, Λουκάς 23:25, Μάρκος 15:15).
   Ο Σίμων  από την Κυρήνη της Βόρειας Αφρικής, ήταν ο άντρας που υποχρεώθηκε από τους Ρωμαίους να κουβαλήσει το Σταυρό του Ιησού Χριστού καθώς ο Ιησούς εξαντλημένος ανηφόριζε στο Γολγοθά. Καταγόταν από την Κυρήνη της Αφρικής και βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ είτε για να παραστεί στη γιορτή του Πάσχα, είτε γιατί ήταν Ιουδαίος της Κυρήνειας από αυτούς που είχαν εγκατασταθεί στην Αγία Πόλη. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος τον αναφέρει ως πατέρα του Αλεξάνδρου και του Ρούφου.
   Η πράξη του Σίμωνα να κουβαλήσει το σταυρό του Χριστού δείχνει συμπόνια  και συμπαράσταση προς τον Ιησού. Ο Σίμωνας δεν πρέπει να γνώριζε τον Ιησού, ούτε φυσικά είχε  σκοπό να τον βοηθήσει. Βρέθηκε όμως εκεί την πιο κατάλληλη στιγμή. Η αδυναμία του μελλοθάνατου να σηκώσει το βάρος του Σταυρού και η βιασύνη των δημίων του να τελειώνουν με αυτή την «τιμωρία» μετέτρεψαν το Σίμωνα από απλό αγρότη σε συμπαραστάτη ενός Θεού. Συνοδοιπόρο, συνοδίτη και συμπάσχοντα. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά βρέθηκε να σύρει τα πόδια του στους δρόμους μιας μανιασμένης Ιερουσαλήμ, κρατώντας στους ώμους του αυτό που έμελλε να γίνει σύμβολο και ελπίδα εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα στους αιώνες.
   Ο Σίμωνας επίσης αναφέρεται ως ο πρώτος Αφρικανός χριστιανός Άγιος.  Σύμφωνα με την παράδοση οι γιοί του Αλέξανδρος και Ρούφος έγιναν ιεραπόστολοι. Η αναφορά των ονομάτων τους στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο αφήνει να εννοηθεί ότι ήταν προσωπικότητες μεγάλου κύρους στην πρώτη χριστιανική κοινότητα της Ρώμης. Υποστηρίζεται ακόμα ότι ο Ρούφος  που αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο στην Προς Ρωμαίους Επιστολή είναι ο γιός του Σίμωνα. Πολλοί επίσης συνδέουν το Σίμωνα με τους άντρες από την Κυρήνη, που κήρυτταν το Ευαγγέλιο στους Έλληνες με βάση τις Πράξεις των Αποστόλων (Πράξεις 11,20). 
Άννας – Καϊάφας
      Ο Άννας ήταν πανίσχυρος αρχιερέας. Προερχόταν  από δυνατή οικογένεια με βαθιά επιρροή στη θρησκευτική και πολιτική ζωή των Ιουδαίων. Αν και η θητεία του αρχιερέα ήταν για ένα χρόνο αυτός, οι γιοί του και οι γαμπροί του διοίκησαν και ρύθμισαν επί μισό αιώνα τις Εβραϊκές υποθέσεις. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο ανέβηκε στον αρχιερατικό θρόνο το 6 μ. Χ.  και διατήρησε τον τίτλο του Μεγάλου Αρχιερέα μέχρι το 15 μ. Χ. Τον διαδέχθηκαν οι πέντε γιοί του, Ελεάζαρ (16 -17) , Ιωνάθαν (36 -37), Θεόφιλος (37 – 41) και Ματθίας (41 -44).
    Ο Άννας ήταν άνθρωπος του παρασκηνίου και επηρέαζε αποφασιστικά την εξέλιξη των θρησκευτικών και πολιτικών ζητημάτων. Μια από τις αυθαιρεσίες του ήταν ότι τοποθέτησε στο αξίωμα του αρχιερέα και τους πέντε γιούς του  καθώς και το γαμπρό του Καϊάφα.
     Στα κρίσιμα γεγονότα της Δίκης του Ιησού στο αξίωμα του αρχιερέα ήταν ο γαμπρός του Άννα, ο Καϊάφας (18-36). Στην ουσία όμως κυβερνούσε ο Άννας. Μετά τη σύλληψη του, ο Ιησούς οδηγείται στον Άννα, όπου έγινε η πρώτη μυστική σύσκεψη και πάρθηκε η απόφαση του θανάτου. Ακολούθως δεμένος ο Κύριος οδηγείται στον Καϊάφα. Υπάρχουν μερικοί που υποστηρίζουν ότι ο Άννας και ο Καϊάφας έμεναν στο ίδιο σπίτι. Ο Καϊάφας εξυπηρέτησε με δουλοπρέπεια τους Ρωμαίους κατακτητές. Το όνομα του ήταν Ιωσήφ. Το «Καϊάφας» (= αυτός που καταπιέζει) ήταν παρατσούκλι για το χαρακτήρα του.