Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Εικόνες του Θείου Πάθους από τα βυζαντινά μνημεία της Αίγινας.

 

 Αριστερά:  Η εικόνα  της Αποκαθήλωσης  - (Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Καθολικού). Δεξιά: Εικόνα της Σταύρωσης (Ι.Ν. Τιμίου Σταυρού)   ΠΑΛΑΙΑ   ΧΩΡΑ.


            Η   Μεγάλη  Εβδομάδα  στην Αίγινα,  είναι κεντημένη από τα  αγριολούλουδα της Παλιαχώρας. Μοσχοβολά λιβάνι, θυμάρι  και άγρια  λεβάντα. Αναπνέει  από τη δροσιά του πελάγους. Φωτίζεται από το τρεμάμενο φως  ενός καντηλιού    στο  τέμπλο  μιας εκκλησιάς  που  ο διαβάτης ξέχασε φεύγοντας να κλείσει πίσω  του τη πόρτα………
 



    Η   άνοιξη είναι η εποχή της Αίγινας. Ο χειμώνας της χάρισε  ένα καταπράσινο τοπίο, ολάνθιστο και ευωδιαστό, που σε προκαλεί να το διαβείς και να συλλέξεις ευλαβικά τις ανάσες και τις μυρωδιές του.
  Οι  ανθισμένες  πασχαλιές, οι βιολέτες, τα καμαρωτά ζουμπούλια, οι ταπεινές μαργαρίτες, το απλοϊκό χαμομήλι, οι  περήφανες παπαρούνες, το ξεχασμένο θυμάρι, και  τα περιφρονημένα δενδρολίβανα  υφαίνουν ένα μοναδικό ανοιξιάτικο φόρεμα, που απλώνεται σε κάθε πλαγιά και πολλές φορές φθάνει ως τα ακρογιάλια.
  Από κοντά οι  κάτασπρες πεζούλες, τα φρεσκοοργωμένα χωράφια  που καταμεσής  ορθώνονται εκκλησάκια  λευκά   και αυλές όμορφες  νοικοκυρεμένες.
  Μακάριος  ο επισκέπτης  της Αίγινας που  θα  ανακαλύψει αυτές τις ομορφιές,  που θα ξεφύγει από τη βουή της παραλίας  και των στενών της πόλης  και θα ανηφορίσει σε μονοπάτια,  που  τούτο το νησί  αποκαλύπτει,  μόνο σε  όσους  επιμένουν  να το αγαπούν  ειλικρινά  και  παθιασμένα.
   Τότε ίσως  ανηφορίσει  προς την Όμορφη Εκκλησιά στον Ασώματο ή την Παλαιά  Χώρα, αντίκρυ από τον Άγιο Νεκτάριο, όπου  τα μικρά   μονοπάτια  θα  του αποκαλύψουν   τη  Μεσαιωνική πολιτεία  της Αίγινας. Σήμερα από  αυτήν απομένουν  κάποια  χαλάσματα από τα σπίτια, το υδραγωγείο, το κάστρο,  και  τριάντα  δύο εκκλησάκια. Μερικά από αυτά  έχουν συντηρηθεί, άλλα στέκουν  ερειπωμένα  και κάποια  έτοιμα να καταρρεύσουν.
   Κοντά στο Γενικό Λύκειο της Αίγινας ορθώνεται το καλύτερο βυζαντινό μνημείο της Αίγινας, η λεγόμενη Όμορφη Εκκλησιά. Αν ο επισκέπτης διαβεί το κατώφλι της τότε θα αντικρίσει σπουδαίες τοιχογραφίες σε πολύ καλή κατάσταση. Η Ανάληψη, η Σταύρωση, η Αποκαθήλωση, η Βαϊοφόρος, η Έγερση του Λαζάρου, η Γέννηση, ο Ελκόμενος Χριστός, η Προδοσία, ο Μυστικός Δείπνος είναι μερικές από τις καλύτερες παραστάσεις. Η ζωγραφική της όμορφης Εκκλησιάς αν και παρουσιάζει πρακτικές και στυλιστικές ιδιομορφίες διακρίνονται για τη συντηρητικότητα της απόδοσης και  τη δραματικότητα των σκηνών. Στοιχεία που προκάλεσαν το ενδιαφέρον του Γ. Τσαρούχη ο οποίος αντέγραψε πολλές από αυτές με νερομπογιά πάνω σε φύλλο χαρτί.
    Η σιωπή  απλώνεται σήμερα στους χώρους αυτούς. Είναι η ίδια σιωπή που συναντάς  σε κάθε ιερό χώρο που καθαγιάστηκε από τις θυσίες των μεγάλων ανθρώπων της ιστορίας…των ηρώων   και  των Αγίων τούτου του τόπου. Η σιωπή αυτή επιβάλλεται από τα πρώτα βήματα σου, σε αγκαλιάζει και  σε  μεταφέρει  σε χρόνους  περασμένους  σε εποχές μακρινές αλλά όχι αξέχαστες, σε μνήμες,  σε ιστορίες και θρύλους σε αφηγήσεις που πονούν  ακόμα, βουρκώνουν και ματώνουν τη ψυχή.  Κι εσύ απομένεις να θαυμάζεις, να παρακολουθείς , να ρουφάς   κάθε στιγμή, κάθε εικόνα, να ψηλαφείς  τη πέτρα, να αναπνέεις τις ευωδιές, να προσκυνάς τις εικόνες, να ανοίγεις μικρές πόρτες σε ένα παρελθόν  τόσο οικείο και γνώριμο, να αφουγκράζεσαι  φωνές και ήχους από ένα παρελθόν μαρτυρικό.
   Χωρίς  να το καταλάβεις μετατρέπεσαι  σε ευλαβή προσκυνητή, σε μονοπάτια ιστορικά, τόπους και χώρους λησμονημένους πλέον και εγκαταλελειμμένους.
    Η ιστορία  εδώ είναι πολύ παλιά. Ξεκινά τον 8ο αιώνα μ.Χ. όταν οι Αιγινήτες συναγωνίζονταν ποιος θα κτίσει  καλύτερη τη δική του εκκλησία. Ήταν η εποχή που η Αίγινα βρισκόταν κάτω από την απειλή των Ενετών, των Τούρκων και των Σαρακηνών πειρατών. Κι  όμως παρά  τις   αντίξοες συνθήκες  οι κάτοικοι της Παλιάς Χώρας έκτιζαν πολλούς ναούς, τον έναν κοντά  στον άλλον, με ιδιαίτερη φροντίδα στην αρχιτεκτονική, ενδιαφέρουσες λαϊκότροπες τοιχογραφίες. Οι καμπάνες των μικρών εκκλησιών, η ηρεμία του τόπου, το αμφιθεατρικό χτίσιμο των σπιτιών, τα γύρω πευκόφυτα βουνά και  η αναγκαστική συσπείρωση των Αιγινητών στο χώρο της   Παλαιοχώρας, δημιούργησαν ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, ένα κλίμα ευλάβειας  και θρησκευτικότητας, που δυνάμωνε την πίστη στο Θείο και μεταρσίωνε την ανθρώπινη ψυχή. Οι Αιγινήτες ένιωσαν σιγουριά κοντά  στους Αγίους και προστάτες τους, περηφάνια   για τις πολυάριθμες εκκλησίες τους  που ήθελαν  να φτάσουν σε αριθμό τις 365, όσες και  οι ημέρες του χρόνου.
   Η  Παλαιοχώρα κατοικήθηκε για πάνω από 10  αιώνες. Από τα τέλη του 18ου αιώνα αρχίζει να επικρατεί ασφάλεια στο Σαρωνικό και οι Αιγινήτες αρχίζουν να ξεθαρρεύουν. Εγκαταλείπουν την    Παλαιά Χώρα και κατεβαίνουν στην παραλία και κτίζουν τα πρώτα σπίτια.
   Σήμερα  η ευλογημένη αυτή γη  βρίσκεται στο έλεος του Θεού. Τα  μικρά  εκκλησάκια  - περίπου 32- περήφανα και αγέρωχα,  στέκονται όρθια με πείσμα και αντοχή μοναδική.  Αν και  δαρμένα από τους ανέμους, φθαρμένα από τη βροχή, πληγωμένα από τα σκουπίδια των επισκεπτών, την κακογουστιά  και  τα χαράγματα των νεοελλήνων, σημαδεμένα από την αδιαφορία και τη  λήθη,  επιμένουν  να συγκινούν και να προσκαλούν  να τα εξερευνήσεις. Να  ανοίξεις τη πόρτα τους, να διαβείς το κατώφλι  και να προσκυνήσεις τις απλές και  απέριττες εικόνες. Να   ψελλίσεις  το «Χριστός Ανέστη»  σαν άλλος Παπαδιαμάντης. Να  ανάψεις  κερί  στη  Φορίτισσα, στον Αι- Γιώργη  το Καθολικό, στην Αγία Κυριακή  και στον Άγιο  Ιωάννη.

    Να  θαυμάσεις    τις ελάχιστες  τοιχογραφίες  που   σώζονται, όπως  του «Ελκόμενου χριστού», της «Άκρας Ταπείνωσης», της «Αναλήψεως», του «Ιερού Νιπτήρα».
    Οι   εικόνες  του Θείου Πάθους από την Όμορφη Εκκλησιά και την Παλαιά  Χώρα  της Αίγινας,  με  τα απαλά – γήινα  χρώματα     τις απλές γραμμές  και τα εκφραστικότατα πρόσωπα, προσδίδουν   ένα  τόνο κατάνυξης, ηρεμίας  και ψυχικής ανάπαυσης   στον ανυποψίαστο επισκέπτη  της σιωπηλής πολιτείας. Ξεχωρίζουν ανάμεσα  στις υπόλοιπες αγιογραφίες   και μεταδίδουν  με τα δικά  τους χρώματα, με τα μοναδικά  βλέμματα  τα μηνύματα των ημερών του Πάσχα.
   

"Η Μεγάλη Παρασκευή μέσα από τη λογοτεχνία" του Μιχαήλ Κάλαβρου στην "Καθημερινή"

 

Ένα διαφορετικό άρθρο για την ημέρα  της Μεγάλης Παρασκευής διαβάσαμε στην "Καθημερινή" αυτής της ημέρας με την υπογραφή του κ. Μιχαήλ Κάλαβρου

Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μία ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα», διαπιστώνει ο Γιώργος Σεφέρης· και για πολλούς, πιστούς ή μη, η συγκινητικότερη στιγμή αυτού του Έαρος είναι η Μεγάλη Παρασκευή: η περιφορά του Επιταφίου και τα λαοφιλέστατα εγκώμια. Έτσι φαντάζει φυσικό που η λογοτεχνία εμπνεύστηκε ιδιαιτέρως από την ημέρα αυτή.

Οι περιγραφές, για παράδειγμα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη αποδίδουν ανάγλυφα τη μαγεία της: η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τους σβύνη, και η άνοιξις έπεμπε τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να συνέψαλλε και αυτή «ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» και η θάλασσα φλοισβίζουσα και μορμύρουσα παρά τον αιγιαλόν επανελάμβανεν «οίμοι! γλυκύτατε Ιησού!» («Παιδική Πασχαλιά»). Αντίστοιχα, η συμπαντική συμμετοχή στο θείο ξόδι διαμορφώνει ένα «θέαμα […] υπερκατανυκτικόν» κατά τον Αλ. Μωραϊτίδη («Αρατε πύλας»).

Ωστόσο, οι λογοτεχνικές αναφορές στην περιφορά του Επιταφίου δεν αποτυπώνουν πάντοτε την κατάνυξη και την ευσέβεια των πιστών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συνάντηση των Επιταφίων στο μυθιστόρημα του Δημοσθένη Βουτυρά «Σιδερένια πόρτα», καθώς η συνάντηση των δύο λιτανευτικών πομπών γίνεται η θρυαλλίδα για μια θανατηφόρα «μάχη των Επιταφίων» ανάμεσα στις ανταγωνιστικές γειτονικές συνοικίες: «Η πομπή που σα λαμπερό ύφασμα ήτανε καμωμένο από άπειρα αστράκια, σχίστηκε, κουρελιάστηκε».

 

Η υψηλή ποίηση του Θείου Δράματος – Τα εγκώμια που κεντούν τις ψυχές

Δεν είναι λίγες επίσης οι φορές που ο θάνατος του Χριστού συνυφαίνεται με την ιστορία λογοτεχνικών ηρώων οδηγώντας σε πολλαπλές νοηματοδοτήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το διήγημα του Μ. Καραγάτση «Η μεγάλη βδομάδα του Πρεζάκη», όπου ο περιθωριοποιημένος –σε γη και ουρανό– τοξικομανής Χρίστος Νεζερίτης γίνεται ένα ιδιότυπο κάτοπτρο του Ναζωραίου Χριστού (παραλληλισμός ονομάτων που εντοπίζεται βέβαια και μεταξύ Μανωλιού και Εμμανουήλ-Ιησού στο καζαντζακικό «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»). Καθώς το νεκρό σώμα του μεταφέρεται προς το νεκροτομείο, ο ναρκομανής θα πορευθεί, κατά τύχη, μαζί με το «σκήνωμα του Κυρίου», για να δεχθεί έτσι τη φροντίδα που του στέρησε η κοινωνία: «Σιγά – σιγά η νεκροφόρα, σκίζοντας τη μάζα των πιστών, όλο και προχωρούσε προς […] τον Επιτάφιο».

Στον «Επιτάφιο θρήνο» του Γιώργου Ιωάννου, η περιφορά του Επιταφίου συνδέεται με τον ερωτισμό και τον καθαγιάζει. Ο αφηγητής του πεζογραφήματος παρακολουθεί τη λιτάνευση από ένα παράθυρο ξενοδοχείου στην Ομόνοια. Παρακολουθεί επίσης, ηδονοβλεπτικά, την αποτυχημένη ερωτική περίπτυξη του ζευγαριού στο διπλανό δωμάτιο. Μα την επόμενη ημέρα η ερωτική πλήρωση είναι ιδωμένο γεγονός και δένεται άρρηκτα με τον «μυρωμένο θάνατο» και την Ανάσταση του Ιησού που πλησιάζει: «Είδαμε ως οι μυροφόρες πρώτοι την Ανάσταση, που άλλωστε μας άξιζε, είχαμε ξενυχτήσει μες στον πυρετό, αγνοί κι αμόλυντοι, κι υστέρα πήγαμε κι από την εκκλησιά, να προσκυνήσουμε κι εμείς τον Επιτάφιο, φιλώντας όπου είναι οι χαρακιές της δύναμης, μεριές μεριές στο στήθος μέχρι κάτω στην κοιλιά. Χαραγματιές για να παραφυλάς τα δρώμενα στο διπλανό δωμάτιο».

Η κάθοδος του Χριστού στον Άδη δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητη την ποίηση. Έκτυπο παράδειγμα το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, «Στ’ Οσίου Λουκά το Μοναστήρι». Εκεί, ο θρήνος των γυναικών για τον Θεάνθρωπο απολήγει στην αναστάσιμη θέα του Βαγγέλη που, λογαριασμένος για νεκρός, γυρίζει από τον πόλεμο με το ξύλινο πόδι του. Ισως, μάλιστα, σε αυτό το ποίημα να εκκινεί η συναναφορά Αδωνη και Χριστού που επανέρχεται στον Σεφέρη («Συχνά, όταν πηγαίνω στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής, μου είναι δύσκολο ν’ αποφασίσω αν ο Θεός που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Άδωνης»), αλλά και στο ποίημα της Ζωής Καρέλλη «Μεγάλη Παρασκευή». Ποίημα στο οποίο ακούγεται μια κάποτε πιστή που πλέον δεν πιστεύει, μα το μεγαλοβδόμαδο δεν μπορεί να «χαρ[εί] μόνο αισθητικά τη θρησκεία», γι’ αυτό και αναφωνεί: «Κύριε του Μυστικού Δείπνου, της Σταύρωσης, / της Μεγάλης κι ένδοξης Ανάστασης, / μέσα μου Σ’ αισθάνομαι / κι ας έχω απομακρυνθεί από Σένα». Κατάφαση που θυμίζει εν πολλοίς το ποίημα «Credo» του Τ. Κ. Παπατσώνη.

Από τα μοιρολόγια της Παναγίας έως τον Κώστα Βάρναλη, τον Οδυσσέα Ελύτη ή την Κική Δημουλά, αμέτρητοι είναι οι στίχοι που πηγάζουν από τη Μεγάλη Παρασκευή. Τη μέρα δηλαδή που –με τους στίχους του Ν. Γκάτσου– «[…] ο Αδης ηνεώχθη» και «γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς». Γεφύρι που οδηγεί τον πονεμένο άνθρωπο-διαβάτη στην όχθη της Ζωής. Όπως δήλωνε ο Νικηφόρος Βρεττάκος: «Κάθε Μεγάλη Παρασκευή συμμετέχω στο θείο δράμα, που το βλέπω σαν το καθολικό δράμα της ίδιας της ανθρωπότητας. Ο Ιησούς αντιπροσωπεύει όλους όσοι πόνεσαν: τους μάρτυρες, τους αδικημένους, τους πεφορτισμένους». Μια λιτανεία τέτοιων ανθρώπων είναι άλλωστε το κατεξοχήν πεδίο της λογοτεχνίας.

* Ο κ. Μιχαήλ Σ. Καλαβρός είναι υποψήφιος διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ.

Προσδοκώντας την Ανάσταση.

 

  Σήμερα όσο κανένα άλλο Μεγάλο Σάββατο η προσδοκία  της Ανάστασης είναι περισσότερο έντονη παρά ποτέ. Μέσα σε μια αβέβαιη εποχή, όπου ο πόλεμος κυριαρχεί, η αγριότητα και η σκληρότητα των καρδιών η  ευχή "Καλή Ανάσταση" λέγεται όχι τυπικά και βαριεστημένα αλλά με δύναμη. Βγαλμένη μέσα από τη ψυχή μας. Εκφράζεται με λαχτάρα, με ανείπωτο καημό, με βλέμμα γεμάτο νόημα και προσμονή.

 Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτήν την ημέρα, δεν είναι η πυρετώδεις προετοιμασίες  για το αυριανό τραπέζι. Τραπέζια  γιορτινά στρώνονται συχνά  και με πολλές ευκαιρίες. Αν κάνει  το αυριανό  τραπέζι πανηγύρι σωστό και χοροστάσι είναι ακριβώς αυτή η μεγάλη προσμονή και προσδοκία που προηγείται  της Κυριακής του Πάσχα. Και αυτή η προσδοκία είναι διάχυτη στη σημερινή ημέρα. Στο Μεγάλο Σάββατο.



 Κηδεύσαμε  τον Ιησού. Και όλοι κληθήκαμε να συνοδεύσουμε  το νεκρό σώμα Του στον Πανάγιο Τάφο Του. Η περιφορά σημαδεμένη ανεξίτηλα από τους ήχους, τους στίχους και την ποίηση των Εγκωμίων, δεν σκορπά θρήνο και λύπη. Διότι κάπου στο βάθος αχνοφαίνεται  το Φως της Αναστάσεως. Ένα Φως που συνεχώς δυναμώνει και σκορπά μακριά  τα σκοτάδια  της θλίψης. Ένα Φως που κομίζει χαρά και ελπίδα σε κάθε άνθρωπο που πλησιάζει τα γεγονότα αυτά με πίστη και καλή προαίρεση.
Είναι λοιπόν αυτή η προσμονή  που φωλιάζει στη σημερινή ημέρα. Είναι η μυστική χαρά. Είναι η ανεκλάλητη ευωχία  για τη στιγμή. Είναι η απερίγραπτη ησυχία. Η εκκωφαντική σιγή. Η υποβόσκουσα ευτυχία.
   Είναι  το Σάββατο το υπερευλογημένο. Το Μεγάλο Σάββατο των ψυχών όλων των ανθρώπων. Εκείνων που προετοιμάστηκαν για  αυτό. Κι εκείνων που κατέφθασαν στο τραπέζι τώρα την τελευταία στιγμή. Είναι το τραπέζι των φίλων αλλά  και των ξένων. Οι φωνές  των ανυπόμονων μικρών, των συνειδητοποιημένων μεγάλων και των σοφών  της ζωής. Είναι το τσούγκρισμα, οι ευχές, οι ανάσες, το μοίρασμα, η συνάθροιση και η σύναξη των εκ περάτων ταξιδιωτών. Η Ιθάκη των ταξιδευτών και των πεζοπόρων η ανάπαυση. Είναι η γεύση  του αληθινού και η μυρωδιά  του αιώνιου.Είναι η στιγμή του Θεού και οι στιγμές  των ανθρώπων  που πλησιάζουν και γεύονται του ουσιαστικού, της ζωής της ίδιας. Είναι το καθάριο βλέμμα, το αυθόρμητο χαμόγελο, το ζεστό βλέμμα, το χάδι, δυό λόγια αγάπης. Μόνο δύο. Φτάνουν είναι αρκετά για να πετάξει η ψυχή και να ζήσει το δικό της ΠΑΣΧΑ.



Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Προσκύνημα στους Επιτάφιους της Αίγινας.

Μεγάλη Παρασκευή, η πιο πένθιμη ημέρα του έτους καθώς το Θείο Δράμα φθάνει στην κορύφωση του με την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Τιμίου Σώματος του Χριστού.

Οι καμπάνες  των εκκλησιών μεταδίδουν με τον πένθιμο ρυθμό την είδηση της θανάτου και την προσδοκία της Ζωής. Τα  τίμια και ευλαβή χέρια των πιστών στόλισαν  τον επιτάφιο απαγγέλοντας και ψάλλοντας τα εγκώμια, που για άλλη μια φορά θα ακουστούν στις εκκλησιές απόψε και πλήθη πιστών θα συνοδεύσουν την πομπή του Επιταφίου σε δρόμους και πλατείες  των πόλεων και των χωριών.

Τα Εγκώμια του Επιταφίου με την άφθαστη ποιητική τους  τέχνη συνοδεύουν και εξυμνούν το Θείο Δράμα.
Από νωρίς το πρωί οι Εκκλησιές της Αίγινας είναι ανοιχτές και πλήθη πιστών συρρέουν να προσκυνήσουν τους Επιταφίους των ενοριών που με περισσή τέχνη και ευλάβεια έχουν φροντίσει οι γυναίκες  ως άλλες μυροφόρες  του Χριστού.

    Μια  μικρή περιπλάνηση - προσκύνημα  στους Επιταφίους της Αίγινας, όπως το συνηθίζουμε κάθε χρόνο.

Επάνω: από την ενορία της Κυψέλης και της Αγίας Μαρίνας.
Ο Επιτάφιος  των Εισοδίων της Θεοτόκου (Παναγίτσα)
Ομορφοστόλιστος και με πολύ τέχνη ο Επιτάφιος του Αγίου Νικολάου.
Λευκός και σεμνός ο Επιτάφιος  του Μητροπολιτικού Ναού Αιγίνης.
Στα Βυζαντινά βυσσινί χρώματα ο Επιτάφιος των Αιγινητών Αγίων.
Ο Επιτάφιος  της Ευαγγελίστριας στην Κυψέλη με λευκά και καφέ τριαντάφυλλα.

Οι  Επιτάφιοι από την Πολίτισσα στο Μεσαγρό και την Παχεία Ράχη.





 

Η Παναγία του Πάθους από την Ευαγγελίστρια της Κυψέλης.

  


     Εικόνα της Αποκαθήλωσης από τον Ιερό Ναό της Ευαγγελίστριας στην Κυψέλη της Αίγινας.

"Πάντα  στον κόσμο θα' ρχεται Παρασκευή μεγάλη
 και κάποιοι  θα σταυρώνονται για να σωθούν οι άλλοι"

Νίκος Γκάτσος.

Μια διαφορετική Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσε για όλο τον κόσμο σήμερα. Μεγάλη Παρασκευή που εορτάζουμε τη Σταύρωση, την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Ιησού.

Μια Μεγάλη Παρασκευή που κάποιοι λαοί βιώνουν εδώ και καιρό. Που κάποιες ομάδες συνανθρώπων μας ζουν καθημερινά. Το δράμα, ο πόνος, η μοναξιά, η απομόνωση, η αρρώστια, ο φόβος, η ανασφάλεια δημιουργούν ένα σκηνικό Μεγάλης Παρασκευής στις ζοφερές ημέρες  του πολέμου που βιώνουν κάποιοι λαοί.


Ο Εσταυρωμένος μόνος στέκει στο Σταυρό κάθε εκκλησίας.  

Μπορεί ο σημερινός Έλληνας να μην είναι τακτικός  στα θρησκευτικά του καθήκοντα. Μπορεί να μην εκκλησιάζεται τις  Κυριακές, να ξεχνά  τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά  να πάει στην Εκκλησία. Μπορεί να μην προλαβαίνει να πάει στους Χαιρετισμούς . Στα μνημόσυνα στις κηδείες στους γάμους μπορεί να στέκεται έξω από το ναό και να συζητά. Μπορεί όλο το χρόνο να έχει μια χλιαρή σχέση με τα τελούμενα στους ναούς, με τη λατρεία  του Θεού. Μπορεί να μην εξομολογείται ή να μην κοινωνεί.

Όμως σπανίζει να συναντήσεις άνθρωπο που να μην έρχεται στην Εκκλησία τη Μεγάλη Παρασκευή! 
Άνθρωπο που να μην προσκυνά το Σταυρό και τον Επιτάφιο!
Άνθρωπο που να μην νηστεύει τη Μεγάλη Παρασκευή.
Άνθρωπο ασυγκίνητο μπροστά στο Θείο Δράμα.

Το μεγαλείο  της θυσίας  του Θεού της Αγάπης δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο και αδιάφορο.

Για να επαληθευτεί ο ποιητής γράφοντας:

"Πάντα  στον κόσμο θα' ρχεται Παρασκευή μεγάλη
 και κάποιοι  θα σταυρώνονται για να σωθούν οι άλλοι"


Νίκος Γκάτσος.



Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Τα πρόσωπα του Θείου Πάθους

            


Τα πρόσωπα  του Θείου Πάθους στέκονται δίπλα στο Χριστό τις τελευταίες στιγμές  της επίγειας ζωής του. Συνοδεύουν το Χριστό μέχρι το Γολγοθά, παραστέκονται κοντά του, λαμβάνουν το Τίμιο Σώμα Του και το εναποθέτουν στον τάφο.
Πρόσωπα που έχουν πιστέψει σε Αυτόν αλλά και πρόσωπα που τον δικάζουν ή αδιαφορούν για αυτόν. Είναι όλοι εκείνοι που τα ονόματά τους μας έχει παραδώσει η Αγία Γραφή και η Παράδοση της Εκκλησίας και παρουσιάζονται παίζοντας  καταλυτικό ρόλο στα γεγονότα των ημερών.

     Ο Άγιος Λογγίνος ο εκατόνταρχος
  Ο Λογγίνος έζησε την εποχή που αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν ο Τιβέριος. Καταγόταν από την Καππαδοκία. Εντάχθηκε στο Ρωμαϊκό στρατό και έφθασε στο αξίωμα του εκατόνταρχου, επικεφαλής δηλαδή εκατό στρατιωτών. Υπηρετούσε στην περιοχή της Παλαιστίνης και ήταν επικεφαλής αξιωματικός των στρατιωτών που διατάχθηκαν από τον Πόντιο Πιλάτο να εκτελέσουν τη θανατική καταδίκη του Ιησού. Ο Λογγίνος εκτελώντας τις διαταγές  που είχε πάρει, παρακολουθεί και ζει από κοντά τα γεγονότα της Σταύρωσης, τα φρικτά πάθη του Κυρίου. Όμως η ψυχή του Λογγίνου ήταν ευγενική και διέκρινε την αθωότητα του Ιησού. Είδε σε  βάθος το πρόσωπο του Χριστού και  κατάλαβε την αγαθότητα και τη σεμνότητα του προσώπου Του, αλλά και την υποκρισία και το φανατισμό των σταυρωτών Του. Συγκλονίζεται από το σεισμό, από τη σκότιση του ήλιου και από το σκίσιμο του καταπετάσματος του Ναού. Φρίττει όταν βλέπει τα μνημεία να ανοίγουν και τις πέτρες να ραγίζουν. Ο νους του φωτίζεται και φωνάζει με δυνατή φωνή: «Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός ήταν υιός Θεού». (Μαρκ. 15,39).
   Μετά τη Σταύρωση παίρνει τη διαταγή να φυλάξει αυτός και οι στρατιώτες του τον τάφο του Κυρίου. Όταν η είδηση της Αναστάσεως του Κυρίου αρχίζει να διαδίδεται οι Φαρισαίοι τον πλησιάζουν και του δίνουν χρήματα για να διαδώσει ότι οι μαθητές του Χριστού έκλεψαν το Άγιο Σώμα. Αρνείται και μαζί του αρνούνται και δύο ακόμη στρατιώτες.
   Ζώντας αυτά τα μεγάλα γεγονότα, αποφάσισε να παραιτηθεί από το στρατό και να επιστρέψει στην πατρίδα του την Καππαδοκία. Εκεί άρχισε να κηρύττει το όνομα του Χριστού και να μαρτυρεί για την Ανάστασή Του, λέγοντας ότι είναι αληθινός Θεός. Όταν πληροφορήθηκε ο Πιλάτος τις ενέργειες αυτές του Λογγίνου, αποφασίζει να τον κατηγορήσει στον αυτοκράτορα και με δώρα κατορθώνει να αποσπάσει από τον Τιβέριο την θανατική του καταδίκη. Έτσι στέλνει στην Καππαδοκία μικρό στρατιωτικό σώμα για να συλλάβει και στη συνέχεια να φονεύσει τον Άγιο. Οι στρατιώτες συναντούν το Λογγίνο και φιλοξενούνται από αυτόν. Ο ίδιος δεν τους αποκαλύπτεται, αλλά πληροφορείται το σκοπό του ταξιδιού τους. Μετά από αυτό τους παρέχει μεγαλύτερη περιποίηση και φιλοξενία και αποφασίζει να μαρτυρήσει, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τους δύο παλαιούς στρατιώτες του, που μαζί του είχαν αρνηθεί τη δωροδοκία για να διαβάλουν την Ανάσταση του Χριστού. Ο Λογγίνος παρουσιάζεται στους στρατιώτες οι οποίοι λυπήθηκαν πολύ για την αποστολή τους αυτή. Ο Άγιος τους παρακάλεσε να εκτελέσουν τις διαταγές που είχαν λάβει από τον Πόντιο Πιλάτο. Οι στρατιώτες αποκεφαλίζουν το Λογγίνο και τους δύο στρατιώτες και παίρνουν την κεφαλή του και τη φέρνουν στην Ιερουσαλήμ για να βεβαιωθεί ο Πιλάτος αλλά και οι Ιουδαίοι ότι φονεύθηκε ο Λογγίνος. Μετά από αυτό θάβουν την τιμία κεφαλή του Αγίου μέσα σε κοπριές σε περιοχή έξω από τα Ιεροσόλυμα.
   Μετά από πολλά χρόνια μια πλούσια γυναίκα από την Καππαδοκία μαζί με το γιό της επισκέπτονται τα Ιεροσόλυμα. Η γυναίκα είχε αρρωστήσει και σαν αποτέλεσμα αυτής της αρρώστιας είχε τυφλωθεί. Έρχεται λοιπόν στην Αγία Πόλη για να γιατρευτεί. Εκεί όμως πεθαίνει ο γιός της. Πάνω στον πόνο και τη δυστυχία της βλέπει στο όνειρό της τη μορφή του Λογγίνου. Ο Άγιος της αποκαλύπτεται και της αναφέρει ότι εάν σκάψει στο σημείο που της υπέδειξε θα βρει την κεφαλή του, αλλά θα γιατρευτεί και θα αποκτήσει πάλι το φως της. Η γυναίκα βρήκε την κεφαλή του Αγίου και γιατρεύτηκε. Αφού έβαλε σε θήκη την τιμία κάρα του Αγίου και ενταφίασε και το γιό της επέστρεψε στην πατρίδα της όπου έκτισε ναό προς τιμήν του Αγίου.
  Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Λογγίνου στις 16 Οκτωβρίου. Μαζί  του εορτάζονται από την Εκκλησία μας και οι δύο στρατιώτες του Λογγίνου που μαρτύρησαν μαζί του.
 Πόντιος Πιλάτος
  Στα χρόνια 26 -36 μ. Χ. η Ιουδαία γνωρίζει τη διακυβέρνηση του Πόντιου Πιλάτου, μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας που γνώρισε ακόμη και την αγιοποίηση από την χριστιανική Αιθιοπική Εκκλησία λόγω της στάσης που κράτησε απέναντι στο Χριστό. Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν γιός του Τύρου βασιλιά της Μαγεντίας. Ο Πιλάτος ήταν φίλος του αυτοκράτορα Τιβέριου. Μόνιμη έδρα του ήταν η Καισάρεια στα μεσογειακά παράλια της Παλαιστίνης.  Εκεί στρατοπέδευε και μια μεγάλη στρατιωτική μονάδα. Για την τήρηση της τάξης και της ασφάλειας τις ημέρες του Εβραϊκού Πάσχα ο Πιλάτος βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ. Στη διάθεσή του εκεί είχε ένα απόσπασμα της ρωμαϊκής φρουράς που κατοικούσε στο φρούριο Αντωνία. Γνώριζε πολύ καλά  τα « καμώματα» των γραμματέων και των φαρισαίων και σιχαινόταν τις θρησκευτικές διαφορές  που παρουσιάζονταν. Ήταν ανεκτικός μαζί τους και προσπαθούσε να κρατήσει κάποιες ισορροπίες. Η Σταύρωση του Χριστού ήταν μία ακόμη σταύρωση  ανάμεσα σε   χιλιάδες που είχε διατάξει κατά τη θητεία του ως  κυβερνήτης της Ιουδαίας. Η τακτική του αυτή οδήγησε τη Ρώμη να τον ανακαλέσει από τα καθήκοντά του. Η ανάκληση αυτή συνιστούσε μεγάλη ατίμωση καθώς θα οδηγούσε σε δίκη και σε εξορία. Ο μόνος τρόπος για να «ξεπλύνει» κάποιος αυτή την ντροπή ήταν η αυτοκτονία. Με αυτόν τον τρόπο η οικογένεια του αυτόχειρα κληρονομούσε την περιουσία του δίνοντας στην πράξη του ένας ίχνος αλτρουισμού. Ο Πόντιος Πιλάτος αυτοκτόνησε χωρίς να μάθει ποτέ ότι μία ακόμη σταύρωση θα γινόταν η αφετηρία μιας παγκόσμιας Ιστορίας.
   Έξι χρόνια μετά τη Σταύρωση του Χριστού, έστειλε στη Σαμάρεια στρατό για να καταστείλει μια εξέγερση. Πολλοί αθώοι θανατώθηκαν και οι Σαμαρείτες διαμαρτυρήθηκαν στον αυτοκράτορα, που τον κάλεσε στη Ρώμη. Ο ιστορικός Ευσέβιος προσθέτει πως ο Πιλάτος, μετά τις πολεμικές αποτυχίες του αυτοκτόνησε. Όμως άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι εξορίστηκε στη Γαλατία από τον αυτοκράτορα Καλιγούλα. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι, για να απαλλαγεί από τις τύψεις, ανέβηκε σε ένα βουνό, που βρίσκεται στη λίμνη Λουκέρνη της Ιταλικής χερσονήσου και έπεσε στο κενό.
   Μαζί με τον Πιλάτο κατηγορίες απαγγέλθηκαν και στον Καϊάφα, τον Εβραίο αρχιερέα, που καταδίκασε το Χριστό. Λέγεται ότι σκοτώθηκε στο ταξίδι προς τη Ρώμη, στο Ηράκλειο της Κρήτης.
  Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο Πιλάτος αυτοκτόνησε μετανιωμένος που παρέδωσε στους Εβραίους το Χριστό, ενώ  άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μετά την πτώση του αυτοκράτορα και φίλου του Τιβέριου απομακρύνθηκε από τη θέση του, εξορίστηκε  και αυτοκτόνησε. Τέλος άλλες πληροφορίες θέλουν να έχει αποκεφαλιστεί στα χρόνια του αυτοκράτορα Νέρωνα.
  Ότι κι αν έχει συμβεί, η προσωπικότητα του Πόντιου Πιλάτου δεν παύει να είναι ενδιαφέρουσα. Έχει καταλάβει από νωρίς ότι ο Ιησούς είναι αθώος και προσπαθεί με κάθε μέσο να τον αθωώσει. Τελευταία του λύση ο Βαραββάς  και η «χάρη»  που διδόταν σε έναν κρατούμενο λίγο πριν την εορτή του Πάσχα. Η ιστορία όμως απέδειξε ότι ήταν πολύ δειλός. Δεν μπόρεσε τελικά να επιβάλει την άποψη του και υπέκυψε στα ύπουλα διλήμματα των Εβραίων που έντεχνα υπαινίσσονταν πως αν δεν  καταδικάσει σε θάνατο τον Ιησού, θα πάψει να είναι φίλος του αυτοκράτορα.
   Ο Πιλάτος υποκύπτει αφού προηγουμένως φροντίζει να «νίψει» τα χέρια του σε μια κίνηση απαλλαγής κάθε προσωπικής ευθύνης  για την καταδίκη του Ιησού. Προηγουμένως έχει δεχτεί  να ακούσει τους φόβους της γυναίκας του που του εξομολογείται  πως έχει δει ένα κακό όνειρο για τον Ιησού. Δειλός και αναποφάσιστος, φοβισμένος και ανασφαλής  ανακρίνει τον Ιησού και διατυπώνει τη συγκλονιστική απορία του: «Και τι είναι αλήθεια;».
   Τέλος οι ιστορικοί αναφέρουν πως η γυναίκα του Πιλάτου, Πρόκλα πίστεψε στο Χριστό και αγίασε.


Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας
 Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία αναφέρεται ως κρυφός μαθητής του Χριστού. Ο ίδιος ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ  και σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ματθαίο αντιτάχθηκε στην καταδίκη του Ιησού μέσα στο Συνέδριο. Μετά το θάνατο  του Ιησού ζήτησε από τον Πόντιο Πιλάτο την άδεια να αποκαθηλώσει το νεκρό σώμα του Ιησού από το Σταυρό, προκειμένου να τον ενταφιάσει στο λαξευτό οικογενειακό  του τάφο. Η άδεια αυτή παραχωρήθηκε και  με συμπαραστάτη τον Νικόδημο ενταφίασε τον Χριστό «σινδόνι καθαρά ειλήσας και αρώμασι εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο».
  Ο Ιωσήφ για να κατεβάσει το σώμα του Ιησού από το Σταυρό έπρεπε να πάρει ειδική άδεια γιατί από το Ρωμαίο διοικητή γιατί όπως επέβαλε η νομοθεσία, άφηναν τους σταυρωμένους για αρκετές μέρες πάνω στο σταυρό για μεγαλύτερο δημόσιο εξευτελισμό.
  Τα ιερά Ευαγγέλια δεν μας αναφέρουν τίποτε για τις μετέπειτα δραστηριότητες του Ιωσήφ. Διάφορες όμως παραδόσεις τον αναφέρουν να ακολουθεί τον Απόστολο Φίλιππο, το Λάζαρο και τη Μαρία τη Μαγδαληνή  σε ιεραποστολικό ταξίδι στους Γαλάτες. Επίσης αναφέρεται πως ο Ιωσήφ σταλμένος από τον Απ. Φίλιππο  κήρυξε το χριστιανισμό στο νησί της Βρετανίας. Τίποτε όμως από τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται ιστορικά.
Νικόδημος
   Ο Νικόδημος ο βουλευτής  αναφέρεται ως ο νυκτερινός μαθητής του Ιησού που μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία  έκαναν την αποκαθήλωση και την ταφή του Κυρίου. Ονομάζεται νυχτερινός ή κρυφός μαθητής  γιατί επισκεπτόταν κρυφά τον Ιησού λόγω της θέσης που κατείχε μέσα  στην Ιουδαϊκή κοινωνία.
   Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του μαζί με τον Ιωσήφ και τις μυροφόρες γυναίκες δύο Κυριακές μετά το Πάσχα, την Κυριακή των Μυροφόρων.
Οι δύο ληστές.
      Στην εικόνα της Σταύρωσης  διακρίνουμε τους δύο ληστές  που συσταυρώθηκαν με το Χριστό πάνω στο Γολγοθά. Η παράδοση αναφέρει τα ονόματά τους, Δυσμάς και Γίστας (ή Γέστας και Δημάς). Στη δεξιά πλευρά του Ιησού σταυρώνεται ο Δυσμάς ο οποίος και γίνεται ο πρώτος οικιστής του Παραδείσου σε αντίθεση με το Γίστα στα αριστερά του Χριστού ο οποίος κατακρίνει και χλευάζει τον Ιησού.
    Τα ονόματα των δύο ληστών όπως και του Πετρώνιου που φρουρούσε τον τάφο του Ιησού επικράτησαν στην παράδοση της Εκκλησίας και απεικονίζονται στην Αγιογραφία

Βαραββάς
Ο Βαραββάς πιθανόν να ήταν επαναστάτης Ζηλωτής. Βρισκόταν φυλακισμένος που «μαζί με άλλους επαναστάτες, που κατά την εξέγερση είχαν διαπράξει φόνο» (Μάρκου 15,7)  Καταδικάστηκε λοιπόν σε θάνατο για φόνο που διέπραξε σε εξέγερση που έγινε στην Ιερουσαλήμ (Λουκάς 23:19). Ο Ματθαίος τον ονομάζει "περιβόητον δέσμιον" (Ματθαίος 27:16), ο Μάρκος "συνωμότη" (Μάρκος 15:6) και ο Ιωάννης "ληστή" (Ιωάννης 18:40).
   Την εποχή της δίκης του Ιησού ήταν στη φυλακή. Ο Πιλάτος στη προσπάθειά του να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού με την ευκαιρία του εθίμου, όπου κάθε Πάσχα ελευθερωνόταν ένας φυλακισμένος (Ματθαίος 27:15, Λουκάς 23:17), πρότεινε στους Ιουδαίους να ελευθερώσει τον Ιησού. Ο όχλος όμως κατόπιν επιρροής των αρχιερέων ζήτησε να ελευθερωθεί ο Βαραββάς και να καταδικαστεί ο Ιησούς (Ματθαίος 27:20, Μάρκος 15:11, Λουκάς 23:18, Ιωάννης 18:40). Έτσι ο Πιλάτος θέλοντας να φανεί καλός με το πλήθος ελευθέρωσε το Βαραββά και παρέδωσε τον Ιησού για να σταυρωθεί (Ματθαίος 27:26, Λουκάς 23:25, Μάρκος 15:15).
   Ο Σίμων  από την Κυρήνη της Βόρειας Αφρικής, ήταν ο άντρας που υποχρεώθηκε από τους Ρωμαίους να κουβαλήσει το Σταυρό του Ιησού Χριστού καθώς ο Ιησούς εξαντλημένος ανηφόριζε στο Γολγοθά. Καταγόταν από την Κυρήνη της Αφρικής και βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ είτε για να παραστεί στη γιορτή του Πάσχα, είτε γιατί ήταν Ιουδαίος της Κυρήνειας από αυτούς που είχαν εγκατασταθεί στην Αγία Πόλη. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος τον αναφέρει ως πατέρα του Αλεξάνδρου και του Ρούφου.
   Η πράξη του Σίμωνα να κουβαλήσει το σταυρό του Χριστού δείχνει συμπόνια  και συμπαράσταση προς τον Ιησού. Ο Σίμωνας δεν πρέπει να γνώριζε τον Ιησού, ούτε φυσικά είχε  σκοπό να τον βοηθήσει. Βρέθηκε όμως εκεί την πιο κατάλληλη στιγμή. Η αδυναμία του μελλοθάνατου να σηκώσει το βάρος του Σταυρού και η βιασύνη των δημίων του να τελειώνουν με αυτή την «τιμωρία» μετέτρεψαν το Σίμωνα από απλό αγρότη σε συμπαραστάτη ενός Θεού. Συνοδοιπόρο, συνοδίτη και συμπάσχοντα. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά βρέθηκε να σύρει τα πόδια του στους δρόμους μιας μανιασμένης Ιερουσαλήμ, κρατώντας στους ώμους του αυτό που έμελλε να γίνει σύμβολο και ελπίδα εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα στους αιώνες.
   Ο Σίμωνας επίσης αναφέρεται ως ο πρώτος Αφρικανός χριστιανός Άγιος.  Σύμφωνα με την παράδοση οι γιοί του Αλέξανδρος και Ρούφος έγιναν ιεραπόστολοι. Η αναφορά των ονομάτων τους στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο αφήνει να εννοηθεί ότι ήταν προσωπικότητες μεγάλου κύρους στην πρώτη χριστιανική κοινότητα της Ρώμης. Υποστηρίζεται ακόμα ότι ο Ρούφος  που αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο στην Προς Ρωμαίους Επιστολή είναι ο γιός του Σίμωνα. Πολλοί επίσης συνδέουν το Σίμωνα με τους άντρες από την Κυρήνη, που κήρυτταν το Ευαγγέλιο στους Έλληνες με βάση τις Πράξεις των Αποστόλων (Πράξεις 11,20). 
Άννας – Καϊάφας
      Ο Άννας ήταν πανίσχυρος αρχιερέας. Προερχόταν  από δυνατή οικογένεια με βαθιά επιρροή στη θρησκευτική και πολιτική ζωή των Ιουδαίων. Αν και η θητεία του αρχιερέα ήταν για ένα χρόνο αυτός, οι γιοί του και οι γαμπροί του διοίκησαν και ρύθμισαν επί μισό αιώνα τις Εβραϊκές υποθέσεις. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο ανέβηκε στον αρχιερατικό θρόνο το 6 μ. Χ.  και διατήρησε τον τίτλο του Μεγάλου Αρχιερέα μέχρι το 15 μ. Χ. Τον διαδέχθηκαν οι πέντε γιοί του, Ελεάζαρ (16 -17) , Ιωνάθαν (36 -37), Θεόφιλος (37 – 41) και Ματθίας (41 -44).
    Ο Άννας ήταν άνθρωπος του παρασκηνίου και επηρέαζε αποφασιστικά την εξέλιξη των θρησκευτικών και πολιτικών ζητημάτων. Μια από τις αυθαιρεσίες του ήταν ότι τοποθέτησε στο αξίωμα του αρχιερέα και τους πέντε γιούς του  καθώς και το γαμπρό του Καϊάφα.
     Στα κρίσιμα γεγονότα της Δίκης του Ιησού στο αξίωμα του αρχιερέα ήταν ο γαμπρός του Άννα, ο Καϊάφας (18-36). Στην ουσία όμως κυβερνούσε ο Άννας. Μετά τη σύλληψη του, ο Ιησούς οδηγείται στον Άννα, όπου έγινε η πρώτη μυστική σύσκεψη και πάρθηκε η απόφαση του θανάτου. Ακολούθως δεμένος ο Κύριος οδηγείται στον Καϊάφα. Υπάρχουν μερικοί που υποστηρίζουν ότι ο Άννας και ο Καϊάφας έμεναν στο ίδιο σπίτι. Ο Καϊάφας εξυπηρέτησε με δουλοπρέπεια τους Ρωμαίους κατακτητές. Το όνομα του ήταν Ιωσήφ. Το «Καϊάφας» (= αυτός που καταπιέζει) ήταν παρατσούκλι για το χαρακτήρα του.

Ανανεωμένος ο ΑΧΑΙΟΣ επανήλθε στα δρομολόγια του.



Με αέρα ανανέωσης στα σαλόνια  του επανήλθε από σήμερα Μεγάλη Πέμπτη ο ΑΧΑΙΟΣ  της Saronic ferries  στα καθημερινά  του δρομολόγια. Η πολύμηνη απουσία  του λόγω ακινησίας τελικά οφείλεται και στην αναβάθμιση στους εσωτερικούς του χώρους καθώς νέα χρώματα πολύ φιλικά και ζεστά, χαρούμενα και ταξιδιάρικα έντυσαν τους καναπέδες  και  τα πατώματα. . Ανανεωμένο και το μπαρ καθώς και οι χώροι των WC.
Πραγματικά ήταν κάτι που χρειαζόταν το πλοίο και η SARONIC διαρκώς αναβαθμίζει τα πλοία της ώστε το ταξίδι να είναι ευχάριστο και άνετο.
Απομένει οι επιβάτες να σεβαστούν αυτή την προσπάθεια, να διατηρούν το πλοίο καθαρό και να μην λερώνουν τα καθίσματα ξαπλώνοντας με τα παπούτσια  τους όπως έχουμε δει αρκετές φορές!!!

Να ευχηθούμε καλά ταξίδια στους αξιωματικούς και το πλήρωμα και ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ.
Φωτογραφίες από τη σελίδα  της SARONIC στο F.b.