Οδός Αιγίνης
Κυριακή 12 Απριλίου 2026
Στα μονοπάτια της Ανάστασης.
Σάββατο 11 Απριλίου 2026
Εικόνες του Θείου Πάθους από τα βυζαντινά μνημεία της Αίγινας.
Η άνοιξη είναι η εποχή της Αίγινας. Ο χειμώνας της χάρισε ένα καταπράσινο τοπίο, ολάνθιστο και ευωδιαστό, που σε προκαλεί να το διαβείς και να συλλέξεις ευλαβικά τις ανάσες και τις μυρωδιές του.
Από κοντά οι κάτασπρες πεζούλες, τα φρεσκοοργωμένα χωράφια που καταμεσής ορθώνονται εκκλησάκια λευκά και αυλές όμορφες νοικοκυρεμένες.
Τότε ίσως ανηφορίσει προς την Όμορφη Εκκλησιά στον Ασώματο ή την Παλαιά Χώρα, αντίκρυ από τον Άγιο Νεκτάριο, όπου τα μικρά μονοπάτια θα του αποκαλύψουν τη Μεσαιωνική πολιτεία της Αίγινας. Σήμερα από αυτήν απομένουν κάποια χαλάσματα από τα σπίτια, το υδραγωγείο, το κάστρο, και τριάντα δύο εκκλησάκια. Μερικά από αυτά έχουν συντηρηθεί, άλλα στέκουν ερειπωμένα και κάποια έτοιμα να καταρρεύσουν.
Η σιωπή απλώνεται σήμερα στους χώρους αυτούς. Είναι η ίδια σιωπή που συναντάς σε κάθε ιερό χώρο που καθαγιάστηκε από τις θυσίες των μεγάλων ανθρώπων της ιστορίας…των ηρώων και των Αγίων τούτου του τόπου. Η σιωπή αυτή επιβάλλεται από τα πρώτα βήματα σου, σε αγκαλιάζει και σε μεταφέρει σε χρόνους περασμένους σε εποχές μακρινές αλλά όχι αξέχαστες, σε μνήμες, σε ιστορίες και θρύλους σε αφηγήσεις που πονούν ακόμα, βουρκώνουν και ματώνουν τη ψυχή. Κι εσύ απομένεις να θαυμάζεις, να παρακολουθείς , να ρουφάς κάθε στιγμή, κάθε εικόνα, να ψηλαφείς τη πέτρα, να αναπνέεις τις ευωδιές, να προσκυνάς τις εικόνες, να ανοίγεις μικρές πόρτες σε ένα παρελθόν τόσο οικείο και γνώριμο, να αφουγκράζεσαι φωνές και ήχους από ένα παρελθόν μαρτυρικό.

"Η Μεγάλη Παρασκευή μέσα από τη λογοτεχνία" του Μιχαήλ Κάλαβρου στην "Καθημερινή"
Ένα διαφορετικό άρθρο για την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής διαβάσαμε στην "Καθημερινή" αυτής της ημέρας με την υπογραφή του κ. Μιχαήλ Κάλαβρου
Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μία ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα»,
διαπιστώνει ο Γιώργος Σεφέρης· και για πολλούς, πιστούς ή μη, η συγκινητικότερη στιγμή αυτού του Έαρος
είναι η Μεγάλη Παρασκευή: η περιφορά του Επιταφίου και τα λαοφιλέστατα εγκώμια.
Έτσι φαντάζει φυσικό που η λογοτεχνία εμπνεύστηκε ιδιαιτέρως από την ημέρα
αυτή.
Οι περιγραφές, για παράδειγμα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη αποδίδουν ανάγλυφα τη
μαγεία της: η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τους σβύνη, και η
άνοιξις έπεμπε τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να
συνέψαλλε και αυτή «ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» και η θάλασσα
φλοισβίζουσα και μορμύρουσα παρά τον αιγιαλόν επανελάμβανεν «οίμοι! γλυκύτατε
Ιησού!» («Παιδική Πασχαλιά»). Αντίστοιχα, η συμπαντική συμμετοχή στο θείο ξόδι
διαμορφώνει ένα «θέαμα […] υπερκατανυκτικόν» κατά τον Αλ. Μωραϊτίδη («Αρατε
πύλας»).
Ωστόσο, οι λογοτεχνικές αναφορές στην περιφορά του Επιταφίου δεν
αποτυπώνουν πάντοτε την κατάνυξη και την ευσέβεια των πιστών. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι η συνάντηση των Επιταφίων στο μυθιστόρημα του Δημοσθένη
Βουτυρά «Σιδερένια πόρτα», καθώς η συνάντηση των δύο λιτανευτικών πομπών
γίνεται η θρυαλλίδα για μια θανατηφόρα «μάχη των Επιταφίων» ανάμεσα στις
ανταγωνιστικές γειτονικές συνοικίες: «Η πομπή που σα λαμπερό ύφασμα ήτανε
καμωμένο από άπειρα αστράκια, σχίστηκε, κουρελιάστηκε».
Η υψηλή ποίηση του Θείου Δράματος – Τα εγκώμια που κεντούν τις ψυχές
Δεν είναι λίγες επίσης οι φορές που ο θάνατος του Χριστού συνυφαίνεται με
την ιστορία λογοτεχνικών ηρώων οδηγώντας σε πολλαπλές νοηματοδοτήσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το διήγημα του Μ. Καραγάτση «Η μεγάλη
βδομάδα του Πρεζάκη», όπου ο περιθωριοποιημένος –σε γη και ουρανό– τοξικομανής
Χρίστος Νεζερίτης γίνεται ένα ιδιότυπο κάτοπτρο του Ναζωραίου Χριστού
(παραλληλισμός ονομάτων που εντοπίζεται βέβαια και μεταξύ Μανωλιού και
Εμμανουήλ-Ιησού στο καζαντζακικό «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»). Καθώς το νεκρό
σώμα του μεταφέρεται προς το νεκροτομείο, ο ναρκομανής θα πορευθεί, κατά τύχη,
μαζί με το «σκήνωμα του Κυρίου», για να δεχθεί έτσι τη φροντίδα που του στέρησε
η κοινωνία: «Σιγά – σιγά η νεκροφόρα, σκίζοντας τη μάζα των πιστών, όλο και
προχωρούσε προς […] τον Επιτάφιο».
Στον «Επιτάφιο θρήνο» του Γιώργου Ιωάννου, η περιφορά του
Επιταφίου συνδέεται με τον ερωτισμό και τον καθαγιάζει. Ο αφηγητής του
πεζογραφήματος παρακολουθεί τη λιτάνευση από ένα παράθυρο ξενοδοχείου στην
Ομόνοια. Παρακολουθεί επίσης, ηδονοβλεπτικά, την αποτυχημένη ερωτική περίπτυξη
του ζευγαριού στο διπλανό δωμάτιο. Μα την επόμενη ημέρα η ερωτική πλήρωση είναι
ιδωμένο γεγονός και δένεται άρρηκτα με τον «μυρωμένο θάνατο» και την Ανάσταση
του Ιησού που πλησιάζει: «Είδαμε ως οι μυροφόρες πρώτοι την Ανάσταση, που
άλλωστε μας άξιζε, είχαμε ξενυχτήσει μες στον πυρετό, αγνοί κι αμόλυντοι, κι
υστέρα πήγαμε κι από την εκκλησιά, να προσκυνήσουμε κι εμείς τον Επιτάφιο,
φιλώντας όπου είναι οι χαρακιές της δύναμης, μεριές μεριές στο στήθος μέχρι κάτω
στην κοιλιά. Χαραγματιές για να παραφυλάς τα δρώμενα στο διπλανό δωμάτιο».
Η κάθοδος του Χριστού στον Άδη δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητη την
ποίηση. Έκτυπο παράδειγμα το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, «Στ’ Οσίου Λουκά το
Μοναστήρι». Εκεί, ο θρήνος των γυναικών για τον Θεάνθρωπο απολήγει στην
αναστάσιμη θέα του Βαγγέλη που, λογαριασμένος για νεκρός, γυρίζει από τον
πόλεμο με το ξύλινο πόδι του. Ισως, μάλιστα, σε αυτό το ποίημα να εκκινεί η
συναναφορά Αδωνη και Χριστού που επανέρχεται στον Σεφέρη («Συχνά, όταν πηγαίνω
στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής, μου είναι δύσκολο ν’ αποφασίσω αν ο Θεός
που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Άδωνης»), αλλά και στο ποίημα της Ζωής Καρέλλη «Μεγάλη
Παρασκευή». Ποίημα στο οποίο ακούγεται μια κάποτε πιστή που πλέον δεν πιστεύει,
μα το μεγαλοβδόμαδο δεν μπορεί να «χαρ[εί] μόνο αισθητικά τη θρησκεία», γι’
αυτό και αναφωνεί: «Κύριε του Μυστικού Δείπνου, της Σταύρωσης, / της Μεγάλης κι
ένδοξης Ανάστασης, / μέσα μου Σ’ αισθάνομαι / κι ας έχω απομακρυνθεί από Σένα».
Κατάφαση που θυμίζει εν πολλοίς το ποίημα «Credo» του Τ. Κ. Παπατσώνη.
Από τα μοιρολόγια της Παναγίας έως τον Κώστα Βάρναλη, τον Οδυσσέα Ελύτη ή
την Κική Δημουλά, αμέτρητοι είναι οι στίχοι που πηγάζουν από τη Μεγάλη
Παρασκευή. Τη μέρα δηλαδή που –με τους στίχους του Ν. Γκάτσου– «[…] ο Αδης ηνεώχθη»
και «γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς». Γεφύρι που οδηγεί τον πονεμένο άνθρωπο-διαβάτη
στην όχθη της Ζωής. Όπως δήλωνε ο Νικηφόρος Βρεττάκος: «Κάθε Μεγάλη
Παρασκευή συμμετέχω στο θείο δράμα, που το βλέπω σαν το καθολικό δράμα της ίδιας
της ανθρωπότητας. Ο Ιησούς αντιπροσωπεύει όλους όσοι πόνεσαν: τους μάρτυρες,
τους αδικημένους, τους πεφορτισμένους». Μια λιτανεία τέτοιων ανθρώπων είναι
άλλωστε το κατεξοχήν πεδίο της λογοτεχνίας.
* Ο κ. Μιχαήλ Σ. Καλαβρός είναι υποψήφιος διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας
ΕΚΠΑ.
Προσδοκώντας την Ανάσταση.
Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτήν την ημέρα, δεν είναι η πυρετώδεις προετοιμασίες για το αυριανό τραπέζι. Τραπέζια γιορτινά στρώνονται συχνά και με πολλές ευκαιρίες. Αν κάνει το αυριανό τραπέζι πανηγύρι σωστό και χοροστάσι είναι ακριβώς αυτή η μεγάλη προσμονή και προσδοκία που προηγείται της Κυριακής του Πάσχα. Και αυτή η προσδοκία είναι διάχυτη στη σημερινή ημέρα. Στο Μεγάλο Σάββατο.Παρασκευή 10 Απριλίου 2026
Προσκύνημα στους Επιτάφιους της Αίγινας.
Ομορφοστόλιστος και με πολύ τέχνη ο Επιτάφιος του Αγίου Νικολάου.
Λευκός και σεμνός ο Επιτάφιος του Μητροπολιτικού Ναού Αιγίνης.
Στα Βυζαντινά βυσσινί χρώματα ο Επιτάφιος των Αιγινητών Αγίων.
Ο Επιτάφιος της Ευαγγελίστριας στην Κυψέλη με λευκά και καφέ τριαντάφυλλα.
Η Παναγία του Πάθους από την Ευαγγελίστρια της Κυψέλης.
Εικόνα της Αποκαθήλωσης από τον Ιερό Ναό της Ευαγγελίστριας στην Κυψέλη της Αίγινας.
Μια Μεγάλη Παρασκευή που κάποιοι λαοί βιώνουν εδώ και καιρό. Που κάποιες ομάδες συνανθρώπων μας ζουν καθημερινά. Το δράμα, ο πόνος, η μοναξιά, η απομόνωση, η αρρώστια, ο φόβος, η ανασφάλεια δημιουργούν ένα σκηνικό Μεγάλης Παρασκευής στις ζοφερές ημέρες του πολέμου που βιώνουν κάποιοι λαοί.
Για να επαληθευτεί ο ποιητής γράφοντας:
Πέμπτη 9 Απριλίου 2026
Τα πρόσωπα του Θείου Πάθους
Ο Νικόδημος ο βουλευτής αναφέρεται ως ο νυκτερινός μαθητής του Ιησού που μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία έκαναν την αποκαθήλωση και την ταφή του Κυρίου. Ονομάζεται νυχτερινός ή κρυφός μαθητής γιατί επισκεπτόταν κρυφά τον Ιησού λόγω της θέσης που κατείχε μέσα στην Ιουδαϊκή κοινωνία.
Στην εικόνα της Σταύρωσης διακρίνουμε τους δύο ληστές που συσταυρώθηκαν με το Χριστό πάνω στο Γολγοθά. Η παράδοση αναφέρει τα ονόματά τους, Δυσμάς και Γίστας (ή Γέστας και Δημάς). Στη δεξιά πλευρά του Ιησού σταυρώνεται ο Δυσμάς ο οποίος και γίνεται ο πρώτος οικιστής του Παραδείσου σε αντίθεση με το Γίστα στα αριστερά του Χριστού ο οποίος κατακρίνει και χλευάζει τον Ιησού.
|
































