Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Ο Άλμπερ Καμύ στην Αίγινα του '55

 
      Η εγγύτητα τούτου του τόπου με την πρωτεύουσα έγινε η αιτία του ερχομού και της γνωριμίας με το νησί σπανίων ανθρώπων. Μια τύχη που δεν την είχαν άλλοι προορισμοί της πατρίδας μας όταν σε αυτούς η πρόσβαση ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Άλλη μια πλευρά αξιοποίησης και ευκαιρία προβολής της Αίγινας που δυστυχώς μένει αναξιοποίητη. Γιατί πραγματικά ποιος τόπος δε θα ζήλευε και δεν θα διαφήμιζε το πέρασμα του  νομπελίστα (1957) Άλμπερ Καμύ τον Απρίλιο του 1955 από την Αίγινα. Τις στιγμές  του Γάλλου συγγραφέα  του Ξένου, της Πανούκλας, των Δίκαιων, Του μύθου του Σίσυφου του επαναστατημένου ανθρώπου, στο νησί  περιγράφει η Λητώ Κατακουζηνού που συνόδευσε με τον άνδρα της Άγγελο το Γάλλο συγγραφέα στην Αίγινα. Το βιβλίο με τον τίτλο: «Συντροφιά με τον Albert Camus» κυκλοφορεί από το Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού.
Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:
   « Εικοσιεννιά τ’ Απρίλη (1955)   Αεράκι ανάλαφρο, θαλασσινό.
    Ευωδιές από πεύκο, θυμάρι, ρείκι και χαμομήλι. Παπαρούνες σπαρμένες ολούθε στα πόδια μας κι ανάμεσα σ’ αυτήν την ομορφιά ο ναός της Αφαίας Θεάς. Στοχαστικός, γαλήνιος, αιώνιος. Ο Camus  με τη χλωμάδα ακόμα πιο έντονη στο πρόσωπό του ξεμάκρυνε από μας, και βάδισε σαν υπνωτισμένος προς τα ερείπια. Μοναχική φιγούρα στον έρημο χώρο. Τον βλέπαμε  να κινείται αργά, τελετουργικά, ν’ ατενίζει με δέος τη μετόπη, ν’ αγγίζει με ευλάβεια τις δωρικές κολόνες κι ύστερα ν’ αγναντεύει  κάτω τη θάλασσα, να λυγίζει το γόνυ σαν σε προσκύνημα κι αναπάντεχα ν’ απλώνει το κορμί του πάνω στις ζεστές απ’ τον ήλιο πλάκες και ν’ απομένει ακίνητος, με τα μάτια σφαλιστά σα νεκρός. Βαθιά  ταραγμένοι από τούτη τη συγκλονιστική παρουσία του Camus σ’ αυτόν τον ιερό χώρο, καθίσαμε σ’ ένα βράχο και στοχαζόμασταν. Με τα μάτια μου πάνω στο ακίνητο κορμί του συλλογιζόμουνα κατά που θα μπορούσε να πετάει  η λεύτερη σκέψη του τούτη την ώρα. Τάχα  το φωτεινό πνεύμα του να φτερουγίζει ανάμεσα στο χτες και το σήμερα; Να  ταξιδεύει άραγε στα βάθη  του χρόνου, ψάχνοντας τις χαμένες του ρίζες; Τις ρίζες που έπλασε και έθρεψε το ξάστερο μυαλό του, η καθάρια φιλοσοφία του, η αγάπη του για το κάλλος και το μέτρο; Εκείνες τις πνευματικές ρίζες, τις ριζωμένες βαθιά από αιώνες στο χώμα το ελληνικό;
   Όλο  το πρωινό πέρασε έτσι, δίχως καμιά παρουσία να ταράξει το εξαίσιο ταξίδι  του Camus μέσα στο χρόνο. Κι εμείς πότε να σεργιανάμε τριγύρω, πότε να ξαπλώνουμε κάτω από πεύκο και να θυμόμαστε σκέψεις, φράσεις απ’ το Καλοκαίρι, το βιβλίο του που τόσο πολύ αγαπήσαμε και που το’ χαμε τελευταία ξαναδιαβάσει. Φέρναμε στη μνήμη μας λόγια, γραφές, έννοιες που φανέρωναν τη μεγάλη ευαισθησία του, την καρδιά του, την ψυχή του……………………  Ένα μαυριδερό, ξυπόλητο αγόρι, μ’ ένα πολύχρωμο μπουκέτο από αγριολούλουδα στο χέρι του, ξεφύτρωσε ξαφνικά ανάμεσα στα ερείπια κι ήρθε και στάθηκε πάνω απ’ τον Camus και πριν εμείς προλάβουμε να το απομακρύνουμε, εκείνο τον ρώτησε. «Κοιμάσαι καλέ; Κοιμάσαι;» Ο φίλος μας άνοιξε τα μάτια του, είδε το αγόρι να του προσφέρει τα λουλούδια, ανασηκώθηκε κι ονειροπαρμένος όπως ήτανε, του χαμογέλασε αμυδρά,  ψιθύρισε ένα «ευχαριστώ» και χώνοντας το πρόσωπό του μέσα στ’ αγριολούλουδα, ρούφηξε λαίμαργα το παρθενικό τους άρωμα. Ωστόσο το χέρι του αγοριού έμενε πάντα εκεί απλωμένο. Ο Camus το πρόσεξε κι απόρησε.
«Τι ζητάς όμορφο ελληνόπουλο; Τι ζητάς;» και συνέχισε με αγωνία. «Όχι μπαρούτι, ποτέ πια μη ζητήσεις μπαρούτι, σε ικετεύω. Μονάχα αγάπη να ζητάς, αγάπη…» κι ύστερα τ’ αγκάλιασε και το φίλησε τρυφερά. Στις εξωπραγματικές σφαίρες που ταξίδευε κείνη την ώρα ο Camus , πώς να σκεφτεί τα ευτελή και τα γήινα; Πώς να πάει ο νους του στο παραδάκι; Το αγόρι  παραξενεμένο κοίταξε με τα μεγάλα, εκφραστικά  μάτια του τον αλλόκοτο ξένο που του μιλούσε ακαταλαβίστικα, το κρατούσε αγκαλιά δίχως όμως να του βάζει και τίποτα στο χέρι, που εξακολουθούσε να το έχει απλωμένο. Τότε πλησιάσαμε εμείς κι ο Άγγελος του’ χωσε με τρόπο στη χούφτα του μερικές δραχμούλες. «Στο ναό μένεις;» τον ρώτησε ο Camus. Και  τ’ αγόρι κοιτάζοντάς μας με αγανάχτηση αναρωτήθηκε.
  «Μπιτ χαζός είναι ο κύριος, στα χαλάσματα θα μένω; Έχω σπίτι εγώ, να εκεί… κάτω στη θάλασσα» κι έδειξε με το χέρι του μια καλύβα. «Θάλαττα, θάλαττα» φώναξε ο Camus και πετάχτηκε πάνω με την έξαψη να χρωματίζει το πρόσωπό του. Κοίταξε προς τα κάτω κι άρχισε να κατηφορίζει τρέχοντας με το ένα χέρι ψηλά κουνώντας το μπουκέτο με τα λουλούδια σαν πολύχρωμη σημαία και με το άλλο να τραβάει το αγόρι που τα είχε ολότελα χαμένα.
   Η Αγία Μαρίνα τότε ήταν ακόμα μια πανέμορφη, παρθένα αγκαλιά και η θάλασσά της κρουσταλλένια………..»
απόσπασμα από σχετικό άρθρο του Γ. Μ. στην εφημερίδα "ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ", τεύχος 111