Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

"Σούρουπο στην Αίγινα"

    Το προηγούμενο καλοκαίρι παρουσιάζοντας για τέταρτη φορά  την έκθεση για τα βιβλία  της Αίγινας στο Πνευματικό Κέντρο Κυψέλης είχαμε χρησιμοποιήσει στην αφίσα και τις προσκλήσεις το εξαιρετικό αυτόν πίνακα. Η δυσδιάκριτη υπογραφή  του καλλιτέχνη στην αριστερή άκρη του πίνακα δεν μας επέτρεπε  να διαβάσουμε καθαρά το όνομα του, με αποτέλεσμα πολλοί επισκέπτες να μας ρωτούν επίμονα  για την πατρότητα  του πίνακα. Ώσπου πριν από λίγες ημέρες η μανιώδης ερευνήτρια  του διαδικτύου, καθηγήτρια κ. Αννίτα Λεούση - Χαρτοφύλακα  τον ανακάλυψε και επιτέλους διαβάσαμε σωστά  το όνομα  του ζωγράφου.
   Πρόκειται  λοιπόν για  τον Νάξιο  στην καταγωγή Πολύκλειτο Ρέγκο, έναν  σπουδαίο καλλιτέχνη όπως θα συμπεράνετε από το βιογραφικό  του με μεγάλες επιδράσεις  στο έργο του από το Ν.Λύτρα αλλά και από τους αγιογράφους  του Αγίου Όρους. Στα  βιογραφικά  του στοιχεία  δεν αναφέρεται  ότι έζησε στην Αίγινα, ωστόσο έχει ζωγραφίσει  κι έναν άλλο πίνακα με Αιγινήτικο τοπίο. Πρόκειται και πάλι  για τοπίο  της ενδοχώρας  του νησιού με τον τίτλο: "Το μοναστήρι του Αγίου Κυπριανού" και χρονολογία 1927. Όμως  εκείνη  την εποχή μοναστήρι  του Αγίου Κυπριανού  δεν υπήρχε στην Αίγινα. Ενδεχομένως να πρόκειται  - και το τοπίο θυμίζει έντονα  -  ή για  το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου ή της Χρυσολεόντισας.
  Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός  ότι ο Ρέγκος απεικονίζει  τοπία  της ενδοχώρας, με  καλλιεργημένα χωράφια, αγρούς με λιγοστά δέντρα και αγροτόσπιτα και όχι κάποια παραλιακό τοπίο ή θαλασσινό.


 Λίγα  βιογραφικά  στοιχεία:
  
Γεννήθηκε το 1903 στη Νάξο και το 1913 εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη.[1] Σπούδασε την περίοδο 1920-1926 στη Σχολή Καλών Τεχνών δίπλα στον Νικόλαο Λύτρα ενώ από μετά το γάμο του το 1930, συνέχισε τις σπουδές του για μια πενταετία στο Παρίσι όπου μαθήτευσε στην Ακαδημία Grande Chaumiere, στο Λούβρο αλλά και στο εργαστήριο χαρακτικής του Δημητρίου Γαλάνη. Επίσης επισκέφτηκε μουσεία διάφορων χωρών μελετώντας από κοντά έργα σπουδαίων ζωγράφων. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη όπου έζησε μέχρι το θάνατο του στις 3 Νοεμβρίου 1984.
Η ζωγραφική του, που περιλαμβάνει τοπία και προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και ηθογραφικές σκηνές, μυθολογικά θέματα και θρησκευτικές παραστάσεις, χαρακτηρίζεται από ένα προσωπικό ύφος που συνδυάζει στοιχεία από τα διδάγματα των δασκάλων του, το έργο του Μαλέα και του Παπαλουκά, τα έργα της πρώιμης αναγέννησης, τη βυζαντινή τέχνη αλλά και τα σύγχρονα ρεύματα.



Το 1926, χρονιά που αποφοίτησε από την ΑΣΚΤ, εξέθεσε για πρώτη φορά έργα του κατά την Έκθεση των Τεσσάρων στην Αθήνα μαζί με τους Σπύρο Βασιλείου, Αντώνη Πολυκανδριώτη και Σπύρο Κόκκινο. Το 1934 εξέδωσε στο Παρίσι λεύκωμα με 21 ξυλογραφίες εμπνευσμένες από το Άγιο Όρος, το οποίο προλόγισε ο Κάρολος Ντηλ. Πραγματοποίησε δεκάδες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις εντός και εκτός συνόρων (ΗΠΑ, Γιουγκοσλαβία, Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία, Αυστρία, Αργεντινή κλπ) και απέσπασε αρκετές διακρίσεις όπως το χρυσό μετάλλιο για την Ελλάδα στο Ετήσιο Σαλόνι Χαρακτικής της Ανκόνας το 1966. Το έργο του περιλαμβάνει εικόνες της καθημερινότητας, τοπιογραφίες, απεικόνιση νεκρής φύσης αλλά και έργα εμπνευσμένα από μυθολογικά, ιστορικά και θρησκευτικά θέματα. Στο έργο του χαρακτηρίζεται από ένα προσωπικό ύφος που συνδυάζει τις επιρροές από τη μαθητεία του, τα έργα της πρώιμης αναγέννησης, τη βυζαντινή τέχνη και τα σύγχρονα του ρεύματα.
Ο Ρέγκος διακρίθηκε και σε άλλους τομείς καθώς ήταν αρθρογράφος σε περιοδικά τέχνης, ραδιοφωνικός παραγωγός, αγιογράφος, εικονογράφος λογοτεχνικών περιοδικών, μέλος διαφόρων κριτικών επιτροπών και καθηγητής σχεδίου στο ΑΠΘ από το 1951 ως το 1969.
Έργα του βρίσκονται σε διάφορα μουσεία, οργανισμούς και συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού ( Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας, Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου, Boston City Hall, κλπ ).