Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Ο άγιος των απλών ανθρώπων του Σαρωνικού




   Μεγάλη η εορτή του Αγίου Νεκταρίου, όχι μόνο για την Αίγινα αλλά και για όλη τη χριστιανοσύνη. Ο Άγιος του 20ου αιώνα ευλαβείται σε όλη την οικουμένη. Απόδειξη οι μεγαλοπρεπείς ναοί που έχουν ανεγερθεί στη χάρη του τα τελευταία χρόνια από την Ατλάντα της Αμερικής μέχρι τη Ρουμανία.
   Ο Άγιος Νεκτάριος, γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1846 στη Σηλυβρία της  Ανατολικής Θράκης.. Ο Αναστάσιος, αυτό ήταν το βαπτιστικό του όνομα, ήταν το 5ο από τα 7 παιδία του Δήμου και της Βασιλικής Κεφαλά.. Από την παιδική του ηλικία του άρεσε να ανεβαίνει σε σκαμνί σαν σε άμβωνα , για να κηρύξει το λόγο του Θεού. Ένδειξη της κλίσεως του προς το ιερατικό αξίωμα , ήταν και η ιδιαίτερη αγάπη που είχε στο 50ο ψαλμό και ειδικά στον στίχο «Διδάξω ανόμους τας οδούς και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι ».

Αποφοιτώντας από το δημοτικό και το Ελληνικό σχολείο της πατρίδας του, και σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών φεύγει για την Κωνσταντινούπολη , στην οποία τότε ανθούσε ο Ελληνισμός . Θέλει να μάθει περισσότερα γράμματα , αλλά και να βοηθήσει οικονομικά του γονείς του . Εργάζεται σε καπνοπωλείο ενώ παράλληλα μελετά και παρακολουθεί την Μεγάλη του Γένους Σχολή. Αξίζει να αναφέρουμε μία μορφή ιεραποστολικής δράσης του μικρού Αναστάση, όσο καιρό δούλευε στο καπνοπωλείο. Μαρτυρείτε πως πάνω στα χάρτινα πακέτα του καπνού έγραφε ρητά από τους πατέρες, έτσι ώστε αυτός που θα έπαιρνε τον καπνό, ίσως το διάβαζε και ωφελούνταν πνευματικά.

      Το 1866 και σε ηλικία είκοσι χρόνων ταξιδεύει στη Χίο, όπου και διορίζεται δημοδιδάσκαλός στο χωριό Λιθί. Εκεί αναπτύσσει πνευματική σχέση με τον γέροντα Παχώμιο της Σκήτης των Άγιων Πατέρων και ύστερα από δεκαετή πνευματική καθοδήγηση κείρεται μοναχός στην Ι.Νέα Μονή την 7η Νοεμβρίου του 1876, και μετονομάζεται σε Λάζαρο. Ένα χρόνο αργότερα χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο και παίρνει το όνομα Νεκτάριος.
       Με την προτροπή αλλά και την οικονομική υποστήριξη του πλουσίου Χιώτη Ιωάννη Χωρέμη, κατευθύνεται στην Αθήνα , όπου ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές και επιστρέφει στο νησί. Ο διάκονος Νεκτάριος επιθυμούσε όσο τίποτα άλλο να σπουδάσει θεολογία όμως του έλλειπαν πάλι τα απαραίτητα χρήματα, και ο προστάτης του Ι. Χωρέμης είχε ήδη πεθάνει. Με συστατική επιστολή του επισκόπου Σιών Γρηγορίου Φωτεινού, αναχωρεί το καλοκαίρι του 1881 για το πατριαρχείο Αλεξανδρείας.  

                                         
      Ο πατριάρχης  Σωφρόνιος , τον δέκτηκε με χαρά διακρίνοντας τις ικανότητες του Νεκταρίου. Με την υποστήριξη του , έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου στις 4 Νοεμβρίου του 1881. Μετά την πάροδο τρίων ετών παίρνει το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής και μετά από κάποιο διάστημα επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια . Εκεί ο πατριάρχης τον χειροτονεί  πρεσβύτερο σε ηλικία 40 ετών , και πέντε μήνες αργότερα τον χειροθετεί Μέγα Αρχιμανδρίτη και πνευματικό , τοποθετώντας τον πατριαρχικό αντιπρόσωπο Καϊρου. Η δράση που αναπτύσσει είναι πολυποίκιλη, κηρύττει, εξομολογεί , ενδιαφέρεται για το νοσοκομείο και το γηροκομείο ανακαινίζει ναούς. Εκτιμώντας το έργο του ο Σωφρόνιος τον χειροτονεί, τον Ιανουάριο του 1889 , τιτουλάριο μητροπολίτη Πενταπόλεως. Το σπουδαίο έργο όμως που παρουσίασε, προκάλεσε τον φθόνο. Όπως γράφει ο βιογράφος του Θεόκλητος Διονυσιάτης," ο φθόνος και η ζήλεια ανάβει ευκολότερα μεταξύ oμοειδών , όμοιας τάξεως, όμοιας ιδιότητος, ομοίου αξιώματος , γιατί έτσι ο έλεγχος της κατωτερότητας είναι πιο άμεσος. Έτσι αναπολόγητος  απομακρύνεται από την Αίγυπτο .
        Ένα χρόνο μετά τον συναντούμε απλό ιεροκήρυκα στην μητρόπολη Ευβοίας. Δύο χρόνια αργότερα και ενώ ο λαός της Χαλκίδας επιθυμούσε να καλυφθεί η χηρεύουσα θέση από τον πρώην Πενταπόλεως Νεκτάριο , το υπουργείο τον μεταθέτει  σαν ιεροκήρυκα στην μητρόπολη Φθιώτιδος και Φωκίδος.
       Τον Μάρτιο του 1894 καλείται από το υπουργείο παιδείας να αναλάβει την διεύθυνση της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής την οποία και διοικεί με μεγάλη επιτυχία για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια.
        Έν τω μεταξύ από το 1903 έχει δημιουργηθεί  ένας μικρός κύκλος κοριτσιών, που εξομολογούνται σ’αυτόν και επιθυμούν να μονάσουν. Η μικρή αυτή συνοδεία με πρώτη Ηγουμένη ,την αγία πράγματι,  τυφλή μοναχή Ξένη Στρογγυλλού και με την καθοδήγηση του σοφού γέροντα ψάχνει για καιρό μέχρι να επιλέξει τον κατάλληλο τόπο για μοναστήρι. Τελικά και με την άδεια του Αγίου εγκαθίστανται οι πρώτες μοναχές ,το καλοκαίρι του 1904 στην μισοερειπωμένη μονή της Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής στην Αίγινα , ένα μοναστήρι που 10 αιώνες πρίν είχε ιδρύσει μία άλλη Αιγινήτισσα Αγία , η Οσία Αθανασία.
       Ο Άγιος για τέσσερα χρόνια περίπου θα πηγαινοέρχεται μέχρι να γίνει δεκτή η παραίτηση του ,τον Μάρτιο του 1908. Για δεκαέξη χρόνια και παρά το ασθενικό του σώμα θα εργαστεί σκληρά τόσο για την πνευματική πρόοδο της μονής όσο και όλων των Αιγινητών.Θα γίνει ο λειτουργός, ο πνευματικός, ο διδάσκαλος, ο βοηθός των πτωχών και των αδυνάτων, ο επισκέπτης των αρρώστων και των φυλακισμένων. Διακονώντας ως απλός ιερέας , εργαζόμενος σε χειρωνακτικές εργασίες , επιδιορθώνοντας τα υποδήματα των μοναχών , μεταφέροντας λίθους στους ώμους για το χτίσιμο της μονής.

Μέχρι την μέρα που βαρειά άρρωστος θα μεταφερθεί σε νοσοκομείο των Αθηνών. Εκεί και ύστερα από νοσηλεία δύο μηνών την 9η Νοεμβρίου 1920 θα αφήσει τούτη την πρόσκαιρη ζωή, για να μεταφερθεί στη ουράνιο Βασιλεία. Το σεπτό του λείψανο μεταφέρθηκε και ενταφιάστηκε στην Αίγινα σε τόπο που ο ίδιος είχε επιλέξει.

Την 3η Σεπτεμβρίου του 1953 έγινε επίσημη ανακομιδή των αγίων λειψάνων και την 5η Νοεμβρίου του 1961 έγινε η επίσημη ανακήρυξη ως Οσίου από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.