Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

"Αίγινα, ο παράδεισός μου" της Κατερίνας Αγγελάκη -Ρουκ



  H ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ αναπολεί τα παιδικά της χρόνια στο σπίτι της οικογένειάς της στην Αίγινα. «Θυμάμαι, μικρή στο σχολείο», γράφει, «να κοιτάω έξω απ’ το παράθυρο κι όταν έβλεπα τον ήλιο να λάμπει να λέω μέσα μου: ‘‘Πλησιάζουν οι μέρες, έρχονται οι διακοπές, όπου να ’ναι θα ’μαι στην Αίγινα’’».
Αριστερά: «Λέω πάντα ότι χρωστάω τον παράδεισό μου σε μια καταστροφή», γράφει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. (Φωτογραφία: Δημήτρης Γέρος). Δεξιά: «Γυρνώντας απ’ τη θάλασσα με τη μάνα μου / καθόμαστε να ξαποστάσουμε κάτω απ’ την ίδια πάντα ελιά», γράφει στο ποίημά της «Αίγινα I». (Στη φωτογραφία –από το αρχείο της– η ποιήτρια, σε παιδική ηλικία, με τη μητέρα της Ελένη Αγγελάκη στην Αίγινα).

Συλλογίζομαι την Αίγινα, το σπίτι στον ήλιο, την μπλάβα θάλασσα και λέω τι τέρας πρέπει να είναι ο άνθρωπος, τι άπληστο θηρίο η ψυχή, για ν’ αφήσει τέτοια ανεκτίμητα αγαθά και να περιπλανιέται μακριά, μέσα στη βροχή και την ομίχλη».
Όταν ο Νίκος Καζαντζάκης έγραφε τα λόγια αυτά σε γράμμα που έστειλε από το Λονδίνο (2/7/1939) στον πατέρα μου, Γιάννη Αγγελάκη, εγώ τότε ήμουνα πέντε μηνών. Φαίνεται πως με το λάδι, όταν με βάφτιζε τον Δεκαπενταύγουστο του ’40 (ένα χρόνο μετά τη μέρα που βυθίστηκε το «Έλλη»), φύτεψε μέσα μου και την αγάπη για την Αίγινα, μαζί με την αγάπη για την ποίηση.
Λέω πάντα ότι χρωστάω τον παράδεισό μου σε μια καταστροφή, αφού το κτήμα και το σπίτι μας στην Αίγινα ο πατέρας μου τα αγόρασε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, όταν με την ανταλλαγή των πληθυσμών ήρθε απ’ την πατρίδα του, τα Δαρδανέλια, όλη του η οικογένεια, γονείς κι αδελφές. Τυχαία βρήκε την Αίγινα και τους εγκατέστησε εκεί. Εκείνος βέβαια ζούσε από καιρό στην Αθήνα.
 «Ποιο να ’ναι άραγε το μυστικό της γοητείας της Αίγινας; Είναι το φως της, όλη η ατμόσφαιρά της, που συνδυάζει την ιδιαιτερότητα της Αττικής με αυτή του νησιού». (Ανδρέας Βουρλούμης, «Λιμάνι Αίγινας», 1988).

Θυμάμαι, μικρή στο σχολείο, να κοιτάω έξω απ’ το παράθυρο κι όταν έβλεπα τον ήλιο να λάμπει να λέω μέσα μου: «Πλησιάζουν οι μέρες, έρχονται οι διακοπές, όπου να ’ναι θα ’μαι στην Αίγινα». Άλλη γεύση βέβαια το Πάσχα κι άλλη το καλοκαίρι. Μεγάλη Παρασκευή στην Παναγίτσα με τη μαμά μου, να με συνεπαίρνει η θλιβερή γοητεία των κεριών που μεταμόρφωναν τα πρόσωπα των ανθρώπων. Θρήσκα δεν ήμουνα ποτέ, αλλά με την Ανάσταση ανέβαινε η ψυχή μου.
Κι έπειτα ερχόταν το καλοκαίρι. Η θάλασσα, μπάνιο στον Φάρο ή στην Αύρα, κολύμπι και μετά, όταν μεγάλωσα, μεζέδες και κρασάκι στην ταβέρνα, εκεί δίπλα στην άμμο. Φίλοι έρχονταν και ξανάρχονταν, μερικοί κάθε χρόνο. Έτσι έφτανε κι ο Σεπτέμβρης. «Άγιος σαν τον Σεπτέμβρη», λέω κάπου. Η συγκομιδή, τα φιστίκια… Αγαλλίαση, αλλά και αγωνία μη βρέξει, έτσι όπως ήσαν απλωμένα στις λινάτσες.
«Η θάλασσα, μπάνιο στον Φάρο ή στην Αύρα, κολύμπι και μετά, όταν μεγάλωσα, μεζέδες και κρασάκι στην ταβέρνα, εκεί δίπλα στην άμμο». (Σπύρος Βασιλείου, «View of Aegina», 1959).


Ποιο να ’ναι άραγε το μυστικό της γοητείας της Αίγινας; Είναι το φως της, όλη η ατμόσφαιρά της, που συνδυάζει την ιδιαιτερότητα της Αττικής με αυτή του νησιού. «Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη» και μαζί αισθάνεσαι το μάρμαρο του ναού της Αφαίας, του Παρθενώνα, να στεφανώνει τον ορίζοντά σου.   Αθήνα, 2/2/2012

Το κείμενο της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ που φιλοξενεί η στήλη περιλαμβάνεται στη συλλογική έκδοση της Εταιρείας Συγγραφέων "Τόποι της Λογοτεχνίας". Επιμέλεια: Μιχάλης Μοδινός. Εκδόσεις Καστανιώτη 2015

Γιάννης Τζανετάκης
Πηγή : Andro.gr