Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

Στη θρυλική ταβέρνα του "Ντερβίση" στην Παχιοράχη.


    Η Παχιοράχη κάθε φορά  που την επισκέπτεσαι μπορεί αν  το θελήσεις και το ψάξεις να σου αποκαλύψει κι άλλες γωνιές, ένα άλλο πρόσωπο, κρυμμένο καλά πίσω από  ξερολιθιές, μάντρες, γκρεμίσματα και τοίχους.
    Είχαμε  τη χαρά  να συνομιλήσουμε χθες το απόγευμα  με την κ. Κωνσταντίνα Μαλτέζου μια από τις παλιές Παχιοραχίτισσες που τώρα μένει στο Μαραθώνα. Η κ. Κωνσταντίνα είναι  εγγονή  του "Ντερβίση" ενός ανθρώπου που από ναυτικός  άνοιξε ταβέρνα  στο χωριό και τη διατήρησαν και οι απόγονοι  του για μεγάλο διάστημα. Η ταβέρνα βρισκόταν απέναντι ακριβώς από τη σημερινή εκκλησία του Αγίου Διονυσίου.

Στο χωριό λειτουργούσαν  δύο ταβέρνες. Η μία ήταν  του «Ντερβίση», του Χρήστου Μαργαρώνη, απέναντι από τη σημερινή εκκλησία  του Αγίου Διονυσίου και η άλλη του γιού του παπά. Η τελευταία λειτουργούσε μέχρι τις αρχές  της δεκαετίας  του ’80. Η κόντρα ανάμεσα  στις  δύο ταβέρνες ήταν μεγάλη σε τέτοιο βαθμό όπου κτίστηκε και ολόκληρος μαντρότοιχος για να εμποδιστεί η δουλειά  της απέναντι ταβέρνας.
   Το μαγαζί του  «Ντερβίση» ήταν όλη μέρα μπακάλικο και  το βράδυ ταβέρνα. Μια  μπακαλοταβέρνα από τις πολλές  που λειτουργούσαν στην Αίγινα η οποία  όμως διέθετε  και το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού.  Από αυτή τη γραμμή επικοινωνούσαν οι κάτοικοι με τον «έξω» κόσμο. Με το  τηλέφωνο αυτό εξυπηρετείτο και  το μοναστήρι  της Παναγίας της Χρυσολεόντισσας.
 Η  ταβέρνα είχε έξι βαρέλια με κρασί. Το βράδυ μαζεύονταν οι άντρες  του χωριού εξουθενωμένοι από τη δουλειά  τους για να συζητήσουν και να πιούν.  Στην αυλή της μπακαλοταβέρνας υπήρχε μια κληματαριά και μια συκιά. Κατά τη διάρκεια  της ημέρας  περνούσε αρκετός κόσμος και από τις δύο ταβέρνες. Τις τελευταίες δεκαετίες  της λειτουργίας  τους σταματούσαν εκεί  για να δροσιστούν και να ξεκουραστούν πολλοί ξένοι περιηγητές με κατεύθυνση το Όρος  και  τις Σφυρίχτρες. Πολλοί  αναφέρονται και σε κάποιον φημισμένο ζωγράφο που περνούσε συχνά από εκεί.
   Οι δύο ταβέρνες προμηθεύονταν μούστο  για τα κρασοβάρελά τους από το Μοναστήρι της Παναγίας και από του «Καταχανά» στο Μεσαγρό. Στις μεγάλες γιορτές  έφτιαχναν και μαγειρευτό φαγητό.

Απόσπασμα από το βιβλίο: "Παχεία Ράχη, η ιστορία, ο οικισμός, οι άνθρωποι, οι Άγιοι" Β΄ Έκδοση.